Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΗΣ


«Ο όσιος πατέρας μας Θεοδόσιος ήταν από την κώμη Μωγαρισό της επαρχίας της Καππαδοκίας, τον πατέρα του τον έλεγαν Προαιρέσιο και τη μητέρα του Ευλογία, που ήταν και οι δύο ευσεβείς και πιστοί χριστιανοί. Ακολούθησε δε τη μοναχική ζωή και το ιερό ένδυμα αυτής. Πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί έφθασε στην Αντιόχεια προς τον μέγα Συμεών τον Στυλίτη, από τον οποίο και μυήθηκε την επίδοση στην αρετή, που θα παρουσίαζε αργότερα. Διότι θα γινόταν ποιμένας πολλών λογικών προβάτων. Έπειτα ησυχάζει κοντά σε κάποιο σεβαστό άνδρα, ονόματι Λογγίνο. Ακολουθώντας την άκρα εγκράτεια, ώστε να σιτίζεται μία φορά την εβδομάδα, και χωρίς να γευτεί καθόλου άρτο για τριάντα χρόνια, κι αφού εξάσκησε κάθε άλλη αρετή, έφτασε σε τόσο μεγάλο πνευματικό ύψος, ώστε να επιτελεί και παράδοξα θαύματα. Για παράδειγμα: - Τον μοναχό Βασίλειο, ο οποίος τελείωσε τη ζωή του και εγκαινίασε τον τάφο που ο άγιος είχε κατασκευάσει για τον ίδιο, για μνήμη θανάτου, ο όσιος μόνος με έναν ακόμη μοναχό, ενώ στους υπόλοιπους ήταν αθέατοςτον έβλεπε να στέκεται μαζί με τους αδελφούς και να συμψάλλει· - χωρίς να υπάρχει φωτιά, άναψε τα σβησμένα κάρβουνα, εκεί που επρόκειτο να ιδρύσει το μοναστήρι· - κάποια γυναίκα που τον πλησίασε, την απάλλαξε από την αιμορραγία της· - από έναν κόκκο, τον οποίο ευλόγησε  και τον έδωσε πίσω, έκανε να ξεχειλίζουν τα χωράφια με σιτάρι· - ένα παιδί που έπεσε μέσα σε φρεάτιο, ήλθε αόρατα και το έβγαλε από τον λάκκο· - σταμάτησε τον θάνατο των παιδιών που γεννώνταν, τα οποία δεν πρόφταιναν να φτάσουν ζωντανά στη ζωή. Τη μητέρα τους λοιπόν, που ήταν όπως σχεδόν οι στείρες γυναίκες, με την προσευχή του την έκανε εύτεκνο· - και απεσόβησε νέφος ακρίδων με μόνη την επιτίμησή του· - και τον Κήρυκο, τον κόμητα της Ανατολής, τον έκανε άτρωτο στους πολέμους, διότι αντί για θώρακα φόρεσε αυτός την τρίχινη εσθήτα του αγίου· - και τη γη που ταλαιπωρείτο από την ξηρασία, την απάλλαξε από την αδικία περί τους καρπούς, κάνοντας να έλθει βροχή με την προσευχή του· - προείπε και την πτώση των οικοδομημάτων από σεισμό που επρόκειτο να καταλάβει την Αντιόχεια, όπως και πολλούς έσωσε από τα θαλάσσια κύματα, εμφανιζόμενος σαυτούς που κινδύνευαν. Έγινε καθηγητής πολλών μαθητών και έτσι εξεδήμησε προς τον Κύριο. Τελείται δε η σύναξή του στο σεπτό αποστολείο του αγίου αποστόλου Πέτρου».
Ο  όσιος Θεοδόσιος ήταν φωτισμένος εκ Θεού άνθρωπος, ο οποίος φώτιζε και τους μοναχούς του και τον κόσμο που τον επισκεπτόταν. Κι ο φωτισμός αυτός φανερωνόταν και με τις θεόπνευστες διδασκαλίες του. Ο όσιος μπορεί να ήταν μέγας ασκητής, αλλά λόγω της θέσεώς του και της ευθύνης την οποία είχε, είχε και διδασκαλικό χάρισμα. Και τι δίδασκε; Μα, ό,τι η Εκκλησία μας εκήρυσσε. Δεν θα ήταν άλλωστε ο άγιος που ξέρουμε, αν η αγιότητά του δεν στηριζόταν στην παράδοση της Εκκλησίας. Ελεύθερη και αυτόνομη αγιότητα δεν υφίσταται. Ό,τι αγιότητα έχει κανείς, οφείλεται στην ένταξή του στην Εκκλησία και τη σχέση του με τον Χριστό, τους Αποστόλους, τους προηγουμένους από αυτόν αγίους. Ο όσιος λοιπόν ήταν παραδοσιακός, συνδεδεμένος δηλαδή με την πηγή της χάρης, γιαυτό και εκήρυσσε τα δόγματα της πίστεως. Υπέρμαχος των Οικουμενικών Συνόδων, των τεσσάρων δηλαδή που υφίσταντο μέχρι την εποχή του, κήρυσσε ορθά το τριαδολογικό και το χριστολογικό δόγμα. Και μάλιστα η υπερμάχησή του για την ορθή εικόνα του Χριστού, ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, δηλαδή ως έχοντος δύο φύσεις, συνεπώς και δύο θελήσεις και ενέργειες, αλλά μία θεϊκή προσωπικότητα, ήταν εκείνο που τον συνείχε, μέχρι σημείου να θέλει να δώσει και τη ζωή του για την αλήθεια αυτή. Γιαυτό και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας τονίζουν και την ορθή από αυτόν εξαγγελία της πίστεως, αλλά και το μαρτυρικό του φρόνημα. «Ενθυμούμενοι τα διδάγματά σου, Θεοδόσιε, κηρύσσουμε τον Χριστό  με δύο ουσίες, γνωρίζοντας δύο και τις φυσικές θελήσεις και τις ενέργειες και τα αυτεξούσια, του Θεού που βαπτίστηκε ως άνθρωπος». «Κήρυξες, θεόφρον Θεοδόσιε, τις ισάριθμες με τα σεπτά ευαγγέλια του Χριστού Συνόδους, έτοιμος να δώσεις το αίμα της προαίρεσής σου με μαρτυρικό ζήλο, γιαυτό και αναδείχτηκες και αναίμακτος μάρτυρας της πίστεως». 

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΥΣΣΗΣ


 
«Ο άγιος Γρηγόριος ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, λαμπρός στους λόγους και ζηλωτής της ορθόδοξης πίστης. Γι’ αυτόν τον λόγο κι έγινε προεστώς της Εκκλησίας του Χριστού. Κι όταν ήλθε μαζί με αυτούς που συγκρότησαν την Δευτέρα στην Κωνσταντινούπολη Οικουμενική Σύνοδο (381 μ.Χ.), οι οποίοι εναντιώνονταν κατά των δυσσεβών αιρέσεων, βρέθηκε υπέρμαχος των Πατέρων, κατατροπώνοντας τους αιρετικούς με τη δύναμη των λόγων του και με τις αποδείξεις που έφερνε από τις Άγιες Γραφές. Διότι νίκησε, μετερχόμενος κάθε επιχείρημα λόγων και ευδοκιμώντας στην αρετή. Έφτασε σε προχωρημένο γήρας και εκδήμησε προς τον Κύριο. Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, όμοιος σχεδόν με τον αδελφό του Βασίλειο».

Ο υμνογράφος του αγίου Γρηγορίου δράττεται της ευκαιρίας να προβάλει – πέραν βεβαίως της όλης θεολογικής προσφοράς του αγίου ανδρός - τη νηπτική και εσωτερική της καρδιάς  διάθεση του αναφερόμενος στο ίδιο του το όνομα: Γρηγόριος.  Ο άγιος Γρηγόριος ήταν «ο γρήγορος νους», «ο το όμμα της ψυχής γρηγορών ως γρήγορος ποιμήν» (αυτός που ήταν σε εγρήγορση ως προς το όμμα της ψυχής και σε εγρήγορση ποιμένας), ο οποίος «σαρκός μεν τω ηγεμόνι νω τα σκιρτήματα τω Παμβασιλεί δε τον νουν υπέταξε» (υπέταξε στον μεν ηγεμόνα νου τα αμαρτωλά σκιρτήματα της σάρκας, τον δε νου στον Παμβασιλέα Χριστό), γι’ αυτό και χωρίς εμπόδια διήνυσε την οδόν των εντολών του Χριστού και έγινε εύκολα κατοικητήριο της αγίας Τριάδος («όθεν απροσκόπτως την οδόν των εντολών ανύσας, συ της Τριάδος ενδιαίτημα γέγονας εικότως, Γρηγόριε»). Η πρακτική αυτή εξάσκηση των αρετών διά των εντολών του Κυρίου, η οποία τον οδήγησε  και στη θεωρία του Θεού («τη πράξει την θεωρίαν, Πάτερ, προσέθηκας»), ήταν η προϋπόθεση για τον ιδιαίτερο φωτισμό του από τον Θεό, προκειμένου να διακρίνει την αλήθεια της πίστης από την πλάνη των αιρέσεων. Κι είναι τούτο βασικότατη αλήθεια της χριστιανικής πίστης: μόνον όποιος καθαρίζει την καρδιά του από τις πονηρίες των παθών, μπορεί και να δεχτεί τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος, συνεπώς να γίνει και αληθής θεολόγος.

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ


«Ο Όσιος Γεώργιος καταγόταν από την Κύπρο και οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ονόματι Ηρακλείδης, ενόσω ζούσαν ακόμη οι γονείς του, πήγε στους αγίους Τόπους για να προσκυνήσει, οπότε θέλησε να παραμείνει εκεί ως μοναχός, στη Λαύρα του Καλαμώνα, κοντά στο σημερινό μοναστήρι του οσίου Γερασίμου τον Ιορδανίτη. Ο  Γεώργιος παρέμεινε κοντά στους γονείς του, έως ότου έφυγαν από τη ζωή αυτή, οπότε τον παρέλαβε μαζί με την κληρονομιά του ο θείος του, που είχε μια μοναχοκόρη και ήθελε να τον κάνει γαμπρό του. Ο Γεώργιος όμως δεν ήθελε να παντρευτεί και έφυγε στον άλλο του θείο, που ήταν ηγούμενος σ' ένα Μοναστήρι. Αλλά επειδή ο προηγούμενος θείος του πίεζε τον αδελφό του ηγούμενο ν' αφήσει τον Γεώργιο να φύγει από το μοναστήρι, ο Γεώργιος έφυγε κι από 'κει και πήγε στον αδελφό του Ηρακλείδη στη Λαύρα του Καλαμώνα. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του όμως, τον οδήγησε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την λεγόμενη Χοζεβά που βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα - εκεί υπάρχει το σπήλαιο στο οποίο είχε καταφύγει καταδιωγμένος από τους βασιλείς του Ισραήλ Αχαάβ και Ιεζάβελ ο προφήτης Ηλίας - κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. Εκεί πλέον ο Γεώργιος αφού έγινε μοναχός, έζησε αυστηρή ασκητική μοναχική ζωή. Η φήμη της αρετής του ήταν μεγάλη και τα άγια έργα του δίδαξαν πολλούς. Τελικά, ειρηνικά παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό».
Είναι πολύ όμορφη η εικόνα του υμνογράφου που περιγράφει την ασκητική βιοτή του οσίου Γεωργίου, ο οποίος φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά του προς τον Χριστό, εν κατανύξει ψυχής κατέβρεχε την αγία γη με τα δάκρυά του – πολλές φορές τονίζουν οι ύμνοι το χάρισμα των δακρύων που είχε ο όσιος – και με τις τρίχες της κεφαλής του νοερώς σφούγγιζε τα πόδια του Κυρίου, σαν να Τον έβλεπε νοερώς μπροστά του. «Φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά σου προς τον Χριστό, ένδοξε, εν κατανύξει κατάβρεχες τη γη με τα δάκρυα, και με τις τρίχες της κεφαλής σου σφούγγιζες τα πόδια του Χριστού, βλέποντάς Τον και εννοώντας Τον ως παρόντα, Αυτόν που πόθησες». Κι όχι μόνον τούτο: οι άγιοι τόποι, η αγία Σιών, θεωρούνται από τον υμνογράφο ως σκαλοπάτι για να ανέλθει ο όσιος στην άνω Σιών, τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο αγιασμένος τόπος δηλαδή λειτουργούσε για τον όσιο Γεώργιο ως διαρκής πρόκληση και αφορμή μνήμης του Χριστού και ενθυμήσεως της αληθινής πατρίδας. Ο ίδιος ο Χριστός εξέλεξε ως τόπο ερχομού Του τη Σιών, ο τόπος αυτός έγινε για τον όσιο, λόγω της αγάπης του προς τον Χριστό, εφαλτήριο ανόδου του προς Εκείνον. «Ο Δεσπότης ουρανόθεν δι’ ημάς κατερχόμενος, την Σιών ευρίσκει θείον αληθώς ευναστήριον∙ η ενσκηνώσας συ πόθω, ώσπερ κλίμακι, προς την άνω ανήλθες Σιών ταύτη χρώμενος».

 

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Πρωϊνό Σαββάτου



Του Στέφανου Δορμπαράκη

Αυτή τη φορά δεν θα «φιλοσοφήσω» ψάχνοντας περίεργες παρομοιώσεις και μεγάλες βαθυστόχαστες κουβέντες. Από τέτοια εχόρτασε ο κοσμάκης. Πολλά γράφτηκαν… Λίγοι τα κατάλαβαν… Μα και ουσία να είχαν κάποια απ’ αυτά, στο τέλος γίνηκαν «έντεχνες πομφόλυγες» με τα πομπώδη επίθετα που χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν το απλό… 
Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να μου τα πω λιτά και κατανοητά – γιατί, όπως κατάλαβες, για μένα γίνεται κυρίως όλη αυτή η κουβέντα τελικά, μπας και δω λιγάκι Ουρανό σ’ αυτό το ανταριασμένο σύννεφο που μού ’χει κρύψει τις ολόχρυσες αχτίδες του Ηλίου…     
                            
 Ένα τυχαίο πρωινό Σαββάτου στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς. Εκεί τα βλέπεις όλα. Εκεί καταλαβαίνεις τι συμβαίνει γύρω σου. Εκεί μυρίζεις το άρωμα του κόσμου τούτου. Έρχεσαι αντιμέτωπος με τα μαρούλια… τις πατάτες… ακόμα και με τα κρεμμύδια – την ίδια τη ζωή. Γιατί όσο πιο πολύ πας να την ξεφλουδίσεις, τόσο πιο πολύ θα χρειαστεί και να δακρύσεις. Όσες περισσότερες φλούδες πας να αφαιρέσεις για να φτάσεις στην καρδιά του κρεμμυδιού, τόσο περισσότερο τα μάτια θα σε «κάψουν» από την ένταση της πάλης που θα έχεις δώσει.               
 Μην τα παρατήσεις όμως… Μετά το ξεφλούδισμα, σε περιμένουν δάκρυα πολλά… Δάκρυα ωστόσο που το ίδιο βράδυ θα σε λυτρώσουν από τον τάχα «παραδεισένιο» κόσμο που νομίζεις ότι ζεις. Γιατί κι εκείνος ο Απόστολος κάποτε, πριν γίνει ο Φύλακας βαστώντας τα κλειδιά του Παραδείσου, μπόρεσε να «ξεφλουδίσει» τ’ απαρνήματα μετά το λάλημα του πετεινού και μέσα απ’ τα καυτά και πικρά του δάκρυα να βρει ξανά τον εαυτό του.        
Μην φοβηθείς κι αν στάξει πάνω σου καμιά σταγόνα δάκρυ. Κι ας ρέει πιο μετά και σαν ποτάμι. Θα γίνει χείμαρρος να καθαρίσει τις πίκρες και τις πληγές που σε χτυπάνε. Μόνο τότε θα ξέρεις πως υπάρχει ακόμα ελπίδα για να βρεθείς μαζί Του και να Τον αντικρύσεις με μάτια καθαρά στο μέγα πανηγύρι του αιώνιου ταξιδιού…

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (6 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Τα άγια Θεοφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζουμε κατά την ημέρα αυτή, και στη Μεγάλη Εκκλησία και στις κατά τόπους άγιες Εκκλησίες, επιτελώντας την παννυχίδα από το εσπέρας. Ο ίδιος ο Θεός Λόγος αφού ενδύθηκε τον παλαιό Αδάμ και εκτέλεσε όλα τα νόμιμα, έρχεται για να βαπτισθεί προς τον μέγα Ιωάννη τον Προφήτη, ο οποίος και τον εμπόδιζε λέγοντας: Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Εσένα, και Συ έρχεσαι σε μένα; Όταν όμως άκουσε από τον Κύριο το, άσε τώρα αυτά, και κατάλαβε ότι το Βάπτισμά Του αποτελεί εκπλήρωση όλης της δικαιοσύνης του Θεού, είναι δηλαδή μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου, δεν Του έφερε εμπόδιο. Βαπτίσθηκε λοιπόν ο Κύριος και αγίασε όλη τη φύση των υδάτων. Κι αφού έθαψε στα ρείθρα του Ιορδάνου όλη την αμαρτία των ανθρώπων, αμέσως βγήκε από το νερό. Έτσι ανακαίνισε και ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε παλιώσει λόγω των αμαρτιών, οπότε του χάρισε τη Βασιλεία των Ουρανών».
Εδώ και μερικές ημέρες η Εκκλησία μάς προετοιμάζει, μετά την Γέννηση του Κυρίου, για την δεύτερη (τρίτη στην πραγματικότητα μετά και την περιτομή Αυτού) μεγάλη Δεσποτική εορτή, των Θεοφανείων, της Βαπτίσεως του ενανθρωπήσαντος Θεού. Η μία, σημειώνουν οι άγιοι υμνογράφοι, παραπέμπει στην άλλη,  μολονότι και οι δύο εορτάζονταν από κοινού στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ως εορτή των Επιφανείων, της Φανέρωσης του Θεού στον κόσμο, κάτι που διακρίθηκε από τον τέταρτο μ. Χ. αιώνα, για λόγους περισσότερο πρακτικούς παρά πίστεως. Τελικώς όμως καθιερώθηκε ο ξεχωριστός εορτασμός τους, ο οποίος μολονότι ξεχωριστός, συνθεωρείται από τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο υμνογράφος Ιωάννης ο μοναχός, μάλιστα, συγκρίνει τις δύο εορτές, για να καταλήξει σε κάτι που ξενίζει: η Βάπτιση του Κυρίου είναι λαμπρότερη από την εορτή των Χριστουγέννων. «Λαμπρά μεν η παρελθούσα εορτή – σημειώνει – λαμπροτέρα δε Σωτήρ η επερχομένη». Και εξηγεί: «Εκείνη άγγελον έσχε ευαγγελιστήν και αύτη Πρόδρομον εύρε προετοιμαστήν. Εν εκείνη, αιμάτων εκχεομένων, ως άτεκνος ωδύρετο η Βηθλεέμ∙ εν ταύτη, υδάτων ευλογουμένων, πολύτεκνος γνωρίζεται η Κολυμβήθρα. Τότε Αστήρ τους Μάγους εμήνυσε, νυν δε Πατήρ κόσμω σε υπέδειξεν. Ο σαρκωθείς και πάλιν ερχόμενος εμφανώς, Κύριε, δόξα σοι» (Λαμπρή η προηγουμένη εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου, λαμπρότερη όμως, Σωτήρα, αυτή που έρχεται. Εκείνη είχε ως ευαγγελιστή άγγελο, και αυτή βρήκε προετοιμαστή Πρόδρομο. Σε εκείνη, επειδή χύθηκαν τα αίματα των νηπίων, οδυρόταν η Βηθλεέμ ως άτεκνη, ενώ σε αυτήν, επειδή ευλογήθηκαν τα ύδατα, η Κολυμβήθρα της Εκκλησίας γίνεται γνωστή ως πολύτεκνη. Τότε Αστέρας φανερώθηκε στους Μάγους, τώρα δε ο Πατέρας Σε υπέδειξε στον κόσμο. Συ που σαρκώθηκες και πάλιν έρχεσαι φανερά, Κύριε, δόξα Σοι).
Ο ίδιος υμνογράφος, συνθεωρώντας, όπως είπαμε, τις δύο εορτές, τις βλέπει ως επί μέρους φάσεις εκπλήρωσης της αρχικής υποσχέσεως του Θεού, ήδη από την εποχή της πτώσεως στην αμαρτία των πρωτοπλάστων, περί της σωτηρίας του κόσμου. Σε κάθε φάση μάλιστα ο Θεός χρησιμοποίησε και τα ανάλογα μέσα, τους «λειτουργούς του μυστηρίου» Του. «Κύριε, πληρώσαι βουλόμενος α ώρισας απ’ αιώνος, από πάσης της κτίσεως, λειτουργούς του μυστηρίου σου έλαβες∙ εκ των Αγγέλων τον Γαβριήλ, εκ των ανθρώπων την Παρθένον, εκ των Ουρανών τον Αστέρα, και εκ των υδάτων τον Ιορδάνην∙ εν ω το ανόμημα του κόσμου εξείληψας, Σωτήρ ημών δόξα Σοι» (Κύριε, θέλοντας να εκπληρώσεις όλα όσα καθόρισες προαιώνια, απ’ αρχής της δημιουργίας, έλαβες λειτουργούς συνεργάτες του μυστηρίου σου: από τους Αγγέλους τον Γαβριήλ, από τους ανθρώπους την Παρθένο Μαρία, από τους Ουρανούς τον Αστέρα, και από τα ύδατα τον Ιορδάνη, μέσα στον οποίο εξάλειψας την αμαρτία του κόσμου, Σωτήρα μας, δόξα Σοι).
Η επισήμανση του υμνογράφου περί της εξαλείψεως της αμαρτίας του κόσμου μέσα στον Ιορδάνη συνιστά την απαρχή αυτού που θα ολοκληρωθεί επάνω στον Σταυρό του Κυρίου και στην Ανάστασή Του. Ό,τι αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού - ότι δηλαδή ο Κύριος στον Σταυρό «κατήργησε το σώμα της αμαρτίας του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία», όπως και με την Ανάστασή Του καταπάτησε τον θάνατο και τον διάβολο -  ξεκίνησε από τη Βάπτιση του Κυρίου. (Ένας ύμνος μάλιστα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου προσφέρει ανάγλυφα την αλήθεια αυτή. Ο Κύριος έρχεται στον Ιορδάνη με τον τρόπο που Τον υπέδειξε ο Ιωάννης: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιωάννης βλέπει τον Κύριο, αλλά Τον βλέπει φορτωμένο με τις αμαρτίες του κόσμου. Κι έτσι φορτωμένος έρχεται στον Ιορδάνη, οπότε ο Ιωάννης Τον αντιμετωπίζει με φόβο και τρόμο. «Αίρων τας ημών αμαρτίας επί ώμων, ήλθες Ιησού προς τα ρείθρα του Ιορδάνου∙ εγώ δε δέδοικά σου το φρικτόν της ελεύσεως∙ πώς ουν μοι κελεύεις σε βαπτίσαι; Αυτός εμέ καθάραι ήκεις, και πώς Βάπτισμα το παρ’ εμού επιζητείς, το πάντων καθάρσιον;». Δηλαδή: Με σηκωμένες τις αμαρτίες μας στους ώμους Σου, ήλθες Ιησού στα ρείθρα του Ιορδάνου. Εγώ δε φοβάμαι τη φρικτή έλευσή Σου. Πώς λοιπόν με διατάζεις να σε βαπτίσω; Συ ο ίδιος ήλθες να με καθαρίσεις και πώς ζητάς το δικό μου βάπτισμα, το βάπτισμα που εσύ φέρνεις και καθαρίζει τα πάντα;)
Η Γέννησή του Κυρίου αποτέλεσε τη βάση της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, η Βάπτισή Του ενεργοποίησε τη νίκη αυτή, ο Σταυρός και η Ανάσταση την οριστικοποίησαν. Ο Κύριος με άλλα λόγια λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας με όλες τις φάσεις της ζωής Του. Η αποστολή έπειτα από Αυτόν του αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, σήμανε την απαρχή της οικειοποιήσεως της λύτρωσης αυτής από όσους θα Τον αποδέχονταν. Στην Εκκλησία δηλαδή αυτό που ο Κύριος έφερε στο ανθρώπινο γένος θα γινόταν και προσιτό και οικείο στις καρδιές των ανθρώπων. Κι όπως με το Βάπτισμα του Κυρίου έχουμε την απαρχή της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, όπως είπαμε, έτσι και με το βάπτισμα στην κολυμβήθρα πια της Εκκλησίας, ο πιστός εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και γεύεται ψυχοσωματικά τις δωρεές αυτής της λύτρωσης.
Η υμνολογία της Εκκλησίας μας αδιάκοπα και πολλαπλώς τονίζει τις διαστάσεις αυτές της κάθαρσης του κόσμου και του ανθρώπου από την αμαρτία διά της Βαπτίσεως του Κυρίου. Δεν βαπτίστηκε ο Κύριος, διότι είχε ανάγκη Αυτός του βαπτίσματος: απόδειξη το γεγονός ότι αμέσως βγήκε από τον Ιορδάνη, ελλείψει αμαρτιών, την ώρα που οι άλλοι βαπτιζόμενοι παρέμεναν εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους. Το βάπτισμα, όπως είπαμε, ήταν για εμάς τους ανθρώπους. Εισερχόμενος στον Ιορδάνη Αυτός που σήκωνε τις αμαρτίες των ανθρώπων, βύθισε και εξάλειψε τις αμαρτίες αυτές, όπως παλαιότερα ο Ίδιος ως μόνον Θεός εξάλειψε τις αμαρτίες των ανθρώπων διά του κατακλυσμού των υδάτων επί Νώε, κι όπως έδωσε νέα αρχή στη ζωή του Ισραήλ, κάνοντάς τους να περάσουν μέσα από τα σχισμένα ύδατα της ερυθράς θάλασσας με τον Μωυσή. Έτσι τα νερά λειτούργησαν πάντοτε, πραγματιστικά, αλλά και συμβολικά, για την κάθαρση των αμαρτιών των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο Κύριος, είδαμε, τη σωτηρία την «έδεσε» με το «νερό και το Πνεύμα». «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν των Ουρανών».
Και βεβαίως η εξάλειψη των αμαρτιών διά του Βαπτίσματος του Κυρίου ήταν το αποτέλεσμα του αγιασμού των υδάτων και του φωτισμού που έφερνε η είσοδός Του στο νερό του Ιορδάνη, συνεπώς σε όλη τη φύση, κύριο και καθοριστικό στοιχείο της οποίας είναι το νερό. Ο Κύριος δηλαδή, η πηγή της αγιότητας και του σωτηρίου πνευματικού φωτός, εισάγει με την είσοδό Του στο νερό, τον αγιασμό και το φως Του. Έκτοτε η φύση αγιάστηκε και η Εκκλησία μας συνεχίζει και διαιωνίζει τον αγιασμό αυτόν με τον Σταυρό του Κυρίου που εμβαπτίζεται κατά την τελετή του Αγιασμού των υδάτων. Είπαμε όμως: ο αγιασμός αυτός συνιστά την απαρχή, η οποία οριστικοποιήθηκε  τελεσίδικα με τον Σταυρό και την Ανάσταση, περαιτέρω δε με την αποστολή του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.
Η υμνολογία μας είναι ανεξάντλητη στη διαπίστωση των επί μέρους θεολογικών όψεων της Βαπτίσεως του Κυρίου. Και βεβαίως είναι αυτονόητο ότι αφενός εξαγγέλλει πάντοτε την αιτία του χαρακτηρισμού της Βαπτίσεως του Κυρίου ως εορτής Θεοφανείων: στη Βάπτιση φανερώθηκε ο Τριαδικός Θεός. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ο Πατέρας που προσμαρτυρεί τον Ιησού ως μονογενή Του Υιό, ο Χριστός που βαπτίζεται, το άγιον Πνεύμα που βεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του Θεού Πατέρα. Και αφετέρου επισημαίνει ότι με το Βάπτισμά Του ο Κύριος αρχίζει κατά επίσημο, θα λέγαμε, τρόπο τη δράση Του στον κόσμο προς σωτηρία αυτού. Όπως παλιά στον Ισραήλ ένας προφήτης ή ένας ιερέας έχριε διά μύρου τον βασιλιά, ώστε αυτός επισήμως να κατασταθεί στη θέση του, έτσι και εδώ: ο ίδιος ο Θεός Πατέρας χρίει διά του πνευματικού μύρου, του αγίου Πνεύματος, τον Υιό Του ως τον Μεσσία του κόσμου.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ (4 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Αὐτός ὁ πασίγνωστος καί καρτερόψυχος ὅσιος εἶχε ἐπίγεια πατρίδα τή μεγαλόνησο Κρήτη, καί μάλιστα τήν ἁγιοτόκο Κίσαμο. Γεννήθηκε κατά τό σωτήριο ἔτος 1890 στό Σηρικάριο τῆς ἐπαρχίας Κισάμου, ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Ἰωάννη καί τή Γλυκερία Τζανακάκη, παίρνοντας κατά τό θεῖο βάπτισμα τό ὄνομα Νικόλαος. Παιδί ἀκόμα, δυστυχῶς, ἔμεινε ὀρφανός καί διαπαιδαγωγήθηκε ἀπό τόν ἐκ πατρός παπποῦ του Ἰωάννη. Σέ νεαρή ἡλικία πορεύτηκε  στήν πόλη τῶν Χανίων γιά νά ἐργαστεῖ καί νά ἔχει τά ἀναγκαῖα νά ζήσει, μαθητεύοντας στήν κομμωτική τέχνη. Γιά πρώτη φορά ὅταν ἦταν δεκαέξι ἐτῶν ἐμφανίστηκε στό σῶμα του στίγμα πού δήλωνε τή βδελυκτή νόσο τῆς λέπρας. Γι’ αὐτόν τόν λόγο, προκειμένου νά ἀποφύγει τόν ἐγκλεισμό του στό νησί τῆς Σπιναλόγκας, ἔφυγε κρυφά καί πῆγε στήν περίλαμπρη πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας στήν Αἴγυπτο. Ἡ νόσος ὅμως προχωροῦσε, καί ἔτσι, μέ τήν προτροπή κάποιου Ἱεράρχη τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας πού καταγόταν ἀπό τή Χίο, προσῆλθε στό λωβοκομεῖο τῆς Χίου, κοντά στόν ἅγιο Ἄνθιμο (Βαγιάνο) τῆς Χίου, ὁ ὁποῖος καί φρόντισε γιά τήν εἰσαγωγή τοῦ νεαροῦ Νικολάου στό συγκεκριμένο ἵδρυμα. Ἐκεῖ ὁ Νικόλαος βρῆκε ἄριστο ὁδηγό τῆς ψυχῆς του καί κάνοντας ἀπόλυτη ὑπακοή στόν ἅγιο ντύθηκε τό ἀγγελικό σχῆμα, παίρνοντας τό ὄνομα Νικηφόρος, προμηνύοντας ἔτσι  τίς λαμπρές νίκες τοῦ πνεύματος, τίς ὁποῖες πέτυχε νηστεύοντας, παλεύοντας, ἀγρυπνώντας, κάνοντας ὑπομονή καί γενικά δουλαγωγώντας τό ἀσθενικό του σῶμα. Μετά παρέλευση σαράντα τριῶν ἐτῶν παραμονῆς στή Χίο, ὁδηγήθηκε στόν ἀντιλεπρικό σταθμό τῆς συνοικίας Ἁγίας Βαρβάρας Ἀθηνῶν, ὅπου πέρασε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου του, λάμποντας στούς Ἀθηναίους σάν ἀστέρας ὑπομονῆς, καρτερίας καί προσευχῆς. Τήν προσευχή μάλιστα προέτρεπε νά ἐργάζονται οἱ Ἀθηναῖοι κατά τόν τύπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, (δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»). Κοιμήθηκε στίς 4  Ἰανουρίου τοῦ 1964, ἀφήνοντας σ’ ἐμᾶς παράδειγμα καρτερίας ἀλλά καί τά μυρωμένα λείψανά του ὡς ἀδάπανο ἰατρεῖο γιά κάθε εἴδους ἀρρώστημα».
Ὁ καλός ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου Νικηφόρου τοῦ λεπροῦ Ἰωάννης Γ.  Παναγόπουλος, (τοῦ ὁποίου τήν ἀκολουθία γιά τόν ὅσιο ὡς ἄριστη καθ’ ὅλα ἀποδέχθηκε εὐχαρίστως ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης), ἀκολουθεῖ ἐν πρώτοις ὅ,τι ἐπισημαίνει κανείς στούς παλαιούς μεγάλους ἁγίους ὑμνογράφους τῆς Ἐκκλησίας μας: Ἰωσήφ, Θεοφάνη, Ἰωάννη, Ἀνδρέα Κρήτης κ.λπ., οἱ ὁποῖοι πολύ συχνά σχολιάζουν μέ πνευματικό τρόπο τό ὄνομα τοῦ ἁγίου γιά τόν ὁποῖο γράφουν. Τό ἴδιο κάνει καί ὁ κ. Ἰ. Παναγόπουλος. Πάρα πολλές φορές παίρνει τήν ἀφορμή ἀπό τό ὄνομα τοῦ ὁσίου: Νικηφόρος, γιά νά πεῖ ὅτι ὅλη ἡ ζωή του ὑπῆρξε νικηφόρα, μέ τήν ἔννοια ὅτι κατήγαγε συνεχεῖς πνευματικές νίκες ἀπέναντι στά πάθη του, ἀπένατι στόν πονηρό διάβολο, ἀπέναντι στόν κατεξοχήν «ἄγγελον σατάν» πού τοῦ δόθηκε, τή «βδελυκτή λέπρα» στό ἴδιο του τό σῶμα. «Φέρεις τῆς νίκης τήν κλῆσιν ἐπαξίως, ὅτι κατετρόπωσας δράκοντος ἔπαρσιν» (φέρεις ἐπάξια τό ὄνομα τῆς νίκης, γιατί κατατρόπωσες τήν ἔπαρση τοῦ δράκοντος διαβόλου) (προσόμοιο ἑσπερινοῦ)· «χαίροις ὁ καρτερός ἀθλητής, ὁ νίκης φέρων ἐπαξίως τό κλήτευμα» (νά χαίρεσαι ὁ δυνατός ἀθλητής, πού φέρει ἐπάξια τό ὄνομα τῆς νίκης) (στιχηρό ἑσπερ.)· «νικήσας πάθη χαλεπά κλῆσιν φέρεις τῆς νίκης, Νικηφόρε» (φέρεις τό ὄνομα τῆς νίκης, Νικηφόρε, γιατί νίκησες τά δύσκολα πάθη) (ὠδή γ΄)· «μηδαμῶς ἡττηθείς ὑπό τῆς ἀρχεκάκου δυνάμεως, κατ’ ὁμωνυμίαν εἰσῆλθες νικηφόρως εἰς τήν Ἐδέμ» (δέν ἡττήθηκες καθόλου ἀπό τήν ἀρχέκακο δύναμη τοῦ πονηροῦ, γι’ αὐτό καί εἰσῆλθες νικηφόρα, ὅπως δηλώνει καί τό ὄνομά σου, στόν Παράδεισο) (δοξαστικό αἴνων) κ.ο.κ.
Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ἀντιμετωπίσει νικηφόρα ὅλες τίς ἐνάντιες δυνάμεις, εἴτε διάβολο εἴτε πάθη εἴτε ἀρρώστιες; Μά ἀσφαλῶς καί πρωτίστως ἡ πίστη του στή ζωντανή παρουσία Κυρίου τοῦ Θεοῦ του, στήν πίστη του δηλαδή στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὅσιος ζοῦσε ἐκ παιδός μέ αὐτήν τήν αἴσθηση τῆς προσωπικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «ἔχει ἀριθμημένες καί τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας» καί  μᾶς ἀγαπᾶ μέ ὑπέρμετρο τρόπο, γι’ αὐτό καί ἐκεῖνο πού γιά τούς περισσοτέρους ἦταν τραγικό: ἡ προσβολή τῆς ἀρρώστιας τῆς λέπρας πού κατατρώγει τό ἀνθρώπινο σῶμα, γιά ἐκεῖνον ἦταν μία παραχώρηση τῆς ἀγάπης Του, μία δόση τῆς πρόνοιάς Του, προκειμένου νά τοῦ δώσει ὤθηση γιά πνευματική προαγωγή του. «Χριστέ, ὁσίου σου ἡ ψυχή ἐδείχθη δόκιμος, τήν λέπρωσιν τῆς σαρκός λογισαμένου ὡς δόσιν προνοίας σου» (Χριστέ, ἡ ψυχή τοῦ ὁσίου σου ἀποδείχθηκε δόκιμη, γιατί θεώρησε τή λέπρα τῆς σάρκας του σάν δόση τῆς πρόνοιάς Σου) (στιχ. ἑσπερ.).
Κι ὄχι μόνον τοῦτο: ὁ ὑμνογράφος ἐπισημαίνει ὅτι ἐν προκειμένῳ ὁ ὅσιος Νικηφόρος ζοῦσε κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι πέρναγε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπιζε «ἄγγελον σατάν» πού τόν ταλαιπωροῦσε πάρα πολύ κατά τό σῶμα του, ὥστε ἀναγκάστηκε τρεῖς φορές νά προσφύγει ἐν προσευχῆ πρός τόν Κύριο γιά νά τόν θεραπεύσει. Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου βεβαίως στόν μέγιστο αὐτόν ἀπόστολό Του ἦταν ἀρνητική! «Ὄχι! Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου». Τό ἴδιο λοιπόν καί μέ τόν μεγάλο ὅσιο Νικηφόρο: ἡ κάθε προσευχή του πρός ἴασή του προσέκρουε σέ ἄρνηση τοῦ Κυρίου, ὥστε καί αὐτός κατάλαβε ὅτι ἡ βαριά ἀρρώστια του ἦταν κατά παραχώρηση τοῦ Κυρίου «γιά νά πιάσει οὐρανό!» «Τήν νόσον ἐν σαρκί περιφέρων ἐβόας τοῦ Παύλου τήν φωνήν· μοί ἐδόθη ὁ σκόλοψ παντοίως κολαφίζων με, ἵνα μή ὑπεραίρωμαι. Ἡ γάρ δύναμις, ἡ ἐκ Θεοῦ τελειοῦται ἐν νοσήματι· διό ἀρκεῖ μοι ἡ χάρις, ἥν ἔλαβον, Κύριε» (Περιφέροντας τή νόσο στή σάρκα φώναζες δυνατά τή φωνή τοῦ Παύλου: μοῦ δόθηκε ὁ σκόλοπας νά μέ κολαφίζει μέ διαφόρους τροπους, γιά νά μήν ὑπερηφανεύομαι. Διότι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ φτάνεις στήν τελείωσή της μέ τήν ἀρρώστια. Γι’ αὐτό μοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη, πού ἔλαβα, Κύριε) (κάθισμα ὄρθρου). «Νόσον ἡγησάμενος τήν πολυχρόνιον οἰκονομίαν θεόπεμπτον τοῦ χαλινῶσαι κακοπαθείᾳ μέλη τοῦ σώματος» (Θεώρησες τήν πολυχρόνια νόσο ὡς ἐκ Θεοῦ οἰκονομία, προκειμένου νά χαλιναγωγήσεις μέ τήν κακοπάθεια τά μέλη τοῦ σώματος) (στιχ. ἑσπερ.).
Χρησιμοποιεῖ μάλιστα ὁ ὑμνογράφος μία πολύ ὄμορφη εἰκόνα ἀπό τά ὄστρακα γιά νά καταδείξει τήν παραπάνω ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή ἡ μέ ὑπομονή ἀποδοχή ἑνός πειρασμοῦ τελικῶς κάνει τόν ἄνθρωπο νά γίνεται πράγματι πολύτιμος. «Ὥσπερ ὄστρακον θαλάσσης, τό παρεμβληθέν σῶμα εἰς μαργαρίτην κατεργάζεται, τήν ἔμπονον σαρκός σου ἀσθένειαν, εἰς εὐλογίαν ἀπειργάσθης θεόσδοτον. Καί οὕτω πᾶσιν ἐδείχθης πολύτιμον μάργαρον, τῆς ἄνω Ἐδέμ πυλῶνας στολίζον» (Ὅπως συμβαίνει στό ὄστρακο τῆς θάλασσας, ὅταν κάποιο σῶμα πού εἰσέρχεται σ’αὐτό γίνεται μαργαριτάρι, ἔτσι καί τή γεμάτη πόνο ἀσθένεια τῆς σάρκας σου τήν ἔκανες γιά σένα θεόσδοτη εὐλογία. Καί ἔτσι ἀποδείχθηκες γιά ὅλους πολύτιμο μαργαριτάρι, πού στολίζει τίς πύλες τῆς ἄνω Ἐδέμ) (λιτή).
Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή καταλαβαίνει κανείς πολύ καλά γιατί τελικῶς ἡ σημαντικότερη ἀρετή πού καλλιέργησε ὁ ὅσιος Νικηφόρος, αὐτή πού πράγματι τόν χαρακτήριζε τόσο, ὥστε νά σημαδέψει κυριολεκτικά ὅλη τή ζωή του, ἦταν ἡ καρτερία: ἡ ψυχική δύναμη δηλαδή καί ἡ ὑπομονή. Θά μποροῦσε κανείς ἔτσι νά τόν ὀνοματίζει: Νικηφόρος ὁ καρτερόψυχος. Πού θά πεῖ: Νικηφόρος ὁ ἄνθρωπος τῆς ὑπομονῆς, ὁ δεύτερος Ἰώβ, ὁ ἐστεμμένος μέ τόν κότινο τῆς νίκης ἐν Πνεύματι ἀπό τά χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου («ὅθεν ἐστέφθης ὁ νικώνυμος τῶ κοτίνῳ τῆς νίκης ἐν Πνεύματι ταῖς χερσί τοῦ Κυρίου») (στιχ. ἑσπερ.). Πράγματι, δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὁ καλός ὑμνογράφος παραλληλίζει τόν ὅσιο μέ τόν δίκαιο καί ὑπομονετικό Ἰώβ. Γιατί ὅπως ὁ Ἰώβ πέρασε τοῦ κόσμου τούς πειρασμούς ἀλλά ἔμεινε σταθερός στήν πίστη του – μόνον στό τέλος «λύγισε» ἀδυνατώντας νά κατανοήσει τό γιατί πάσχει, ὡς ἄνθρωπος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης - ἔτσι καί ὁ Νικηφόρος: μέχρι τό τέλος του ἔμεινε σταθερός στήν πίστη του, ἀποδεχόμενος τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Καί ἀναδείχθηκε ἴσως καί ὑπέρτερος τοῦ Ἰώβ, διότι τό «γιατί» δέν ἔφτασε στά χείλη τά δικά του. Ἄς ἀκολουθήσουμε τό σκεπτικό καί πάλι τοῦ ὑμνογράφου στό δοξαστικό τῶν αἴνων: «Ὅσιε Πάτερ, τῆς ἀσθενείας σου ζυγόν αἴρων ἀγογγύστως καί αὐτόν λογισάμενος οἰκονομίαν Θεοῦ, ἄλλος Ἰώβ ἡμῖν ἐδείχθης. Τοῦ δέ ἀσθενεστάτου σου σαρκίου μή φειδόμενος, ἀλλά συντόνῳ ἀσκήσει τά λεπρωθέντα σου μέλη δουλαγωγῶν, θέλων ἀναπτερῶσαι τόν ἐν σοί ἔνθεον ἵμερον, ὑπέρτερος ἐγένου τοῦ πολυάθλου (Ἰώβ)» (Ὅσιε Πάτερ, σηκώνοντας ἀγόγγυστα τόν ζυγό τῆς ἀσθένειάς σου καί θεωρώντας αὐτόν ὡς οἰκονομία Θεοῦ, ἀναδείχθηκες σέ ἐμᾶς ἄλλος Ἰώβ. Χωρίς νά λυπηθεῖς μάλιστα τό ἀσθενέστατο σαρκίο σου, ἀλλά δουλαγωγώντας μέ τή μεγάλη ἄσκηση τά λεπρωθέντα μέλη σου, διότι  ἤθελες νά ἀναπτερώσεις τόν καρδιακό ἔνθεο πόθο σου, ἔγινες ὑπέρτερος καί τοῦ πολύαθλου Ἰώβ).
Περιττό βεβαίως νά σημειώσουμε ὅ,τι διαπιστώνει καί ὁ ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου: γιά νά φτάσει σέ αὐτό τό ἀποστολικό καί χαρισματικό ὕψος ὁ ὅσιος Νικηφόρος, ἐκτός ἀπό τά ἀσκητικά μέσα τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς γονυκλισίας, χρησιμοποίησε καί τά κλασικότερα μέσα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης: τήν ὑπακοή σέ ἅγιο Γέροντα, ἐν προκειμένῳ τόν ἅγιο Ἄνθιμο τῆς Χίου, τήν καταφυγή στήν ὑπεραγία Θεοτόκο. Ὄχι λίγες φορές ὁ ὑμνογράφος μᾶς ἀποκαλύπτει μέ τήν χαριτόβρυτη γραφίδα του τίς πραγματικότητες αὐτές. «Ἰθύνας πάλαι σε Ἄνθιμος ὡς μέδων τήν ψυχήν σου προσώρμισεν εἰς τόν Παράδεισον» (Πρό πολλοῦ ὁ Ἄνθιμος σέ κατεύθυνε ὡς κυβερνήτης καί προσόρμισε τήν ψυχή σου στόν Παράδεισο) (ὠδή στ΄). Καί μάλιστα ὡς καθαρός στήν ψυχή καί ὁ Νικηφόρος τοῦ δόθηκε ἡ χάρη ἐκ Θεοῦ νά γίνει αὐτόπτης θαυμασίων γεγονότων πού τελέσθηκαν ἀπό τόν πνευματικό του ἅγιο Ἄνθιμο καί μάλιστα νά μπορέσει νά τά καταγράψει πρός ὠφέλεια καί τῶν ἀναγνωστῶν (κάθισμα ὄρθρου). Κι ἀπό τήν ἄλλη, ἡ καταφυγή στήν ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν ὁποία ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀγαποῦσε ὑπερβαλλόντως καί μπροστά στό εἰκόνισμα τῆς ὁποίας καθημερινῶς ἔκλινε γόνυ ψυχῆς καί σώματος. Ἡ εἰκόνα πού περιγράφει ὁ ὑμνογράφος εἶναι πολύ συγκινητική. «Τλημόνως διήνυσε τόν βίον ποτέ Νικηφόρος ὁ λεπρός, ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος σου, Ὑπακοῆς, ὡς λέγεται, ἐν ἀποδείπνοις κράζων σοι· ὦ Νύμφη, χαῖρε ἀνύμφευτε» ( Καρτερικά πέρασε τή ζωή του ὁ Νικηφόρος ὁ λεπρός, μπροστά στήν εἰκόνα σου Θεοτόκε, τῆς Ὑπακοῆς ὅπως λέγεται, φωνάζοντάς σου δυνατά κατά τά ἀπόδειπνα: ὦ Νύμφη, χαῖρε ἀνύμφευτε) (ὠδή γ΄).  
Ὁ ὅσιος Νικηφόρος, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἄλλωστε, εἶναι οἰκουμενικοί ἅγιοι. Γιατί συνιστοῦν ἐξαίρετα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἡ ἀγάπη τους ἀποτελεῖ προέκταση τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀγκαλιᾶς Ἐκείνου. Ἰδιαιτέρως ὅμως ἀγαποῦν καί στέγουν τούς τόπους πού ἔζησαν καί διήνυσαν τόν βίο τους. Τήν πραγματικότητα αὐτή ἐξαίρει ἐπανειλημμένως καί ὁ ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου. Ὁ ὅσιος ἀποτελεῖ μία ἀγκαλιά ἰδίως γιά τούς τόπους  πού πέρασε καί ἔζησε: τήν Κίσαμο, τά Χανιά, τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, τή Χίο, τήν Ἀθήνα.  «Τῶν Κισαμαίων Μητρόπολις ἀγάλλου, χόρευε γηθόμενον τό Σηρικάριον… Χίος εὐφραίνου… ἄστυ κλεινόν Ἀθηναίων τέρπου μάλα…» (στιχ. ἑσπ.). «Κρητῶν ἡ νῆσος κατέχουσα, ὡς ἔφορον λαμπρόν, Ἀλεξάνδρεια, ὡς ἄλλον φάρον σε, Χίος, ὡς πύργον νεότευκτον καί κλειναί Ἀθῆναι, ὡς ῥύστην, γάνυνται» (Χαίρονται τό νησί τῶν Κρητῶν πού σέ κατέχει ὡς ἔφορο λαμπρό, ἡ Ἀλεξάνδρεια πού σέ ἔχει ὡς ἄλλον φάρο της, ἡ Χίος ὡς νεότευκτο πύργο της καί ἡ λαμπρά Ἀθήνα ὡς σωτήρα της) (ὠδή στ΄). Δέν ἔχουμε λοιπόν καί ἐμεῖς παρά νά τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἔχει στήν προσευχή του καί στήν ἀγκάλη του. Κι αὐτό γιά νά δίνει μέσω αὐτοῦ ὁ Κύριος καί σέ ἐμᾶς νίκες κατά τῶν παθῶν μας, κατά τοῦ πονηροῦ διαβόλου, κατά ὅλων τῶν κακιῶν μας - «νίκας ὡς φερώνυμος νῦν χορήγει κατ’ ἐχθρῶν τοῖς τέκνοις σου» (αἶνοι) - κατεξοχήν δέ νά μᾶς δωρίζει «πνεῦμα καρτερόν» (δοξ. ἑσπερ.), μέ τό ὁποῖο καί μόνο μπορεῖ κανείς νά ὀρθοποδεῖ στήν πνευματική ζωή.

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ


 
«Ο άγιος Σίλβεστρος χειροτονείται λόγω της μεγάλης του αρετής επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης, διαδεχόμενος τον προηγούμενο επίσκοπο Μιλτιάδη που απέθανε. Έκανε πολλά θαύματα και ήταν αυτός που χειραγώγησε στην πίστη του Χριστού τον μέγα βασιλιά Κωνσταντίνο, του οποίου καθάρισε διά του αγίου Βαπτίσματος τα πάθη της ψυχής και του σώματός του, και απέδειξε ότι ο Χριστός είναι Αυτός που προφητεύτηκε από την Παλαιά Διαθήκη, όπως και έδωσε ζωή σε έναν ταύρο, τον οποίο φόνευσε με μάγια ένας Εβραίος και δεν μπόρεσε βεβαίως να τον ξαναφέρει πίσω στη ζωή. Ο άγιος έγινε αίτιος της σωτηρίας πολλών ανθρώπων και εξεδήμησε προς τον Κύριο σε βαθύ γήρας».
Η επισήμανση του ιερού υμνογράφου Ιωσήφ περί της αιρέσεως ως σκότους («απεδίωξας σκότος αιρέσεων, πάτερ Σίλβεστρε») δεν πρέπει να διαλάθει εύκολα της προσοχής μας. Ο υμνογράφος τονίζει αυτό που σήμερα πολλοί άνθρωποι, ακόμη δυστυχώς και πιστοί «χριστιανοί», το υποβαθμίζουν. Δηλαδή ότι τα δόγματα της πίστεως δεν είναι απλώς κάποιες θεωρητικές προτάσεις, οι οποίες έχουν σημασία μόνον για κάποιους θεολόγους και παπάδες. Τα δόγματα συνιστούν τη φανέρωση της αληθινής εικόνας του Τριαδικού Θεού και του Ιησού Χριστού ως του ενανθρωπήσαντος Θεού, που σημαίνει ότι υποβάθμιση ή παρέκκλιση από αυτά οδηγεί αυτομάτως σε οντολογική αλλοίωση του ίδιου του ανθρώπου και απώλεια της ίδιας της σωτηρίας του, ως πραγματικής σχέσεως με τον Θεό. Με άλλα λόγια το δόγμα καθορίζει το ήθος και τη ζωή του ανθρώπου, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε αγωνίστηκε «έως θανάτου» υπέρ της αληθείας της πίστεώς της. Τέτοιος πατέρας και διδάσκαλος λοιπόν της πίστεως ήταν και ο άγιος Σίλβεστρος κι αυτό προβάλλει εν πρώτοις ο άγιος υμνογράφος του.