Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης: "ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ"

 
Ἀπό τούς μεγάλους ἁγίους Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ἡ ἀγία μας Ἐκκλησία δέν τόν ἔχει ἀκόμη ἐντάξει ἐπισήμως στίς δέλτους τῶν ἁγίων της, εἶναι ὁ Γέρων Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης. Γνωστός σέ ὅλους τούς πιστούς, σχετικούς καί ἀσχέτους, ἔχει γίνει ἀποδεκτός γιά τήν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς του, μολονότι ὁ ἴδιος ἐπιμελῶς καί διακαῶς ἀπέφευγε κάθε ἔπαινο καί συναναστροφή πού πιθανόν διατυμπάνιζε τίς ἀρετές του. Ἀλλά αὐτό ἀκριβῶς ἦταν καί τό ἀποδεικτικό τῆς ὁσιότητάς του: ἡ ταπείνωσή του. Ὑπῆρξε τό κατεξοχήν τέκνο ὑπακοῆς. Ἄν ὅλοι οἱ ἅγιοι τονίζουν ὅτι ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού περνάει ἰδίως γιά τόν καλόγερο ἀπό τήν ὑπακοή στόν πνευματικό καί Γέροντά του, εἶναι αὐτή πού ὁδηγεῖ στή ζωή τόν ἄνθρωπο, δηλαδή στή ζωντανή σχέση του μέ τόν Θεό, τότε στό πρόσωπο τοῦ μεγάλου Γέροντα Ἐφραίμ ἔχουμε τήν κατεξοχήν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου πού ὑπήκουε, πού σημαίνει ὅτι στή ζωή του ψηλαφοῦμε ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς ἁγιότητας καί τῆς ἀνάπαυσης τοῦ Κυρίου στήν ὕπαρξή του. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του μέ ἄλλα λόγια ἦταν μία ἑτοιμότητα νά δεχτεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά θυσιάσει τό δικό του θέλημα, νά γίνει καί ὁ ἴδιος, ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο.  Ἡ ἐπαφή μέ τά κείμενα πού ἀναφέρονται σ’ αὐτόν, ὅπως ἀκόμη περισσότερο μέ τά ἴδια τά δικά του κείμενα μέσα ἀπό τίς πολλές ἐπιστολές πού μᾶς ἄφησε, μᾶς πείθουν μ’ ἕναν ἐσωτερικό μυστικό τρόπο, τόν τρόπο τῆς καρδιᾶς, περί τῆς ἁγιοπνευματικῆς σπουδαίας καταστάσεώς του, μᾶς φέρνουν πρόσωπο μέ πρόσωπο μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο!

Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό μία ἐπιστολή του πού ἔγραψε ἀπό το Ἅγιον Ὄρος σέ ἀγαπητό ἐν Χριστῷ ἀδελφό καί συλλειτουργό του, τήν Πεντηκοστή τοῦ 1979, ὅταν ὁ ἀδελφός αὐτός περνοῦσε μία κρίση στήν ἱερατική του πορεία πού ὀφείλετο σέ κακότροπη στάση ἄλλων συλλειτουργών του, μᾶς ἀποκαλύπτει τό σκεπτικό πού καθόριζε καί τή δική του ὕπαρξη, τόν δικό του ρυθμό ζωῆς, ὅ,τι ὁ ἴδιος θεωροῦσε ὡς φῶς στήν κατά Χριστόν πολιτεία του.

«Ἅγιον Ὄρος, Πεντηκοστή 1979

Ἐν Χριστῷ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ Π. Μέ πολλήν ἀγάπην σέ ἀσπάζομαι ἀδελφικά, εὐχόμενος, ὅπως ὁ γλυκύς μας Ἰησοῦς ἐξαποστείλει τόν Ἄγγελον Αὐτοῦ καί κατευθύνει τά διαβήματά σου καί διανοήματά σου κατά τό Ἅγιον Αὐτοῦ θέλημα. Πῆρα τό γράμμα σου καί εἶδα τόν Γολγοθᾶ σου. Δέν θέλω νά σέ διδάξω οὔτε νά σέ συμβουλεύσω, ἀλλά ἐνθύμησιν νά σοῦ κάνω. Τό Εὐαγγέλιον κάθε ἡμέρα τό διαβάζουμε, καί αὐτό μᾶς κανονίζει τήν πορεία αὐτοῦ μας τοῦ βίου, εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις… Διέρχεσαι μίαν σοβαράν κρίσιν τοῦ βίου σου. Μή ρίχνεις κάτω τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ μας. Χωρίς ὑπομονήν κανένας δέν στεφανώνεται. Προσεύχου ὅσον μπορεῖς περισσότερον, γιά νά σοῦ δώσει ὁ Θεός ὑπομονήν καί ἀνεξικακία… Μή χάνεις τό θάρρος σου. Δέν θά νικήσει ὅμως αὐτός (ὁ διάβολος), ἀλλά ὁ Χριστός… Πρόσεξε ὅμως καί τοῦτο· μήπως ἀπογοητευθεῖς, μήπως ἀποκάμεις πολεμώντας…
Μέ ἀδελφικήν ἀγάπην
 παπα-Ἐφραίμ».

1. «Εἶδα τόν Γολγοθᾶ σου…».

Ὁ ἅγιος Γέροντας εἶναι πολύ προσεκτικός καί διακριτικός: δέν θέλει νά διδάξει οὔτε καί νά συμβουλεύσει τόν ἐν Χριστῶ ἀδελφό του, διότι γνωρίζει ὅτι τό διδασκαλικό καί τό συμβουλευτικό ἀνήκει στους πολύ μεγάλους, τούς τελείους, τούς «φτασμένους», ἀνήκει τελικῶς στόν ἴδιο τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ἀποκαλύπτοντας τήν τεράστια ταπείνωσή του λέει ὅτι ἁπλῶς θέλει «ἐνθύμησιν νά κάνει». Κάνει «ἐνθύμησιν» δηλαδή καί μᾶς προσφέρει δύο καλά: δείχνει πρῶτον τό ἦθος τοῦ ἁγίου, τό δικό του ταπεινό καί σεμνό ἦθος πού ξέρει νά ἀποφεύγει τίς παγίδες τῆς νόσου τοῦ διαβόλου, τῆς ὑπερηφάνειας πού ἐκφράζεται συχνά μέ τό διδασκαλικό ὑπεροχικό ὕφος  - «σέ διδάσκω ἐγώ πού τό ἔχω φτάσει, συνεπῶς εἶμαι πάνω ἀπό σένα!»· παρηγορεῖ δεύτερον τόν ἀδελφό του γιατί συμπάσχει μέ τό πρόβλημά του, τό ὁποῖο μάλιστα τό χαρακτηρίζει ὡς «Γολγοθᾶ», συνεπῶς κάτι πού παραπέμπει στή συμμετοχή στό ἴδιο τό Πάθος τοῦ Κυρίου. Μία μόνο λέξη χρησιμοποιεῖ ὁ ὅσιος Γέροντας καί φαίνεται νά ἀποφορτίζει τό βάρος τοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ του. Γιατί τοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι «ἡ σοβαρή κρίση πού διέρχεται» δέν εἶναι χωρίς νόημα: εἶναι ἡ δική του συμμετοχή στό Πάθος τοῦ Κυρίου, ἡ δική του ἄρση σταυροῦ, χωρίς τήν ὁποία κανείς δέν μπορεῖ νά γίνει ἀκόλουθος Χριστοῦ. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶναι αὐτός πού ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι τόνιζαν ὅτι «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ διωχθήσονται»; Καί· «οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν εἰς ὑμᾶς ἀποκαλυφθῆναι δόξαν»; Λοιπόν, ὁ μέγας Γέρων στήν οὐσία αὐτό ὑπενθυμίζει στόν ἐν Χριστῶ ἀδελφό του: «ἐφόσον θέλεις νά στεφανωθεῖς ἀπό τόν Χριστό, ἕνας δρόμος ὑπάρχει: νά περιμένεις πειρασμούς, διότι “ἔπαρον αὐτούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος”». Καί καθιστᾶ ἐμφανή τή σκέψη του αὐτή μέ τήν ἐν συνεχείᾳ φράση του: «Χωρίς ὑπομονή κανείς δέν στεφανώνεται».
Ἀλλά καί πέραν τούτου: ὁ λόγος τοῦ Γέροντα ὅτι πρόκειται περί μιᾶς κρίσεως τοῦ βίου τοῦ ἀδελφοῦ, ἔστω καί σοβαρῆς, φανερώνει καί κάτι ἀκόμη πολύ ἐνδιαφέρον. Ὄχι μόνο ἡ δοκιμασία του ἔχει ἕνα ἐσωτερικό νόημα, διότι εἶναι «Γολγοθᾶς», ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ ζωή πού ζοῦμε στόν κόσμο τοῦτο πάντοτε θά χαρακτηρίζεται ἀπό θλίψεις καί δοκιμασίες, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου πού εἶπε ὅτι «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν», ὅπως ὅμως καί ἀπό χαρές καί εὐφρόσυνη διάθεση. Δέν εἶναι δηλαδή μόνο κρίσεις ἡ ζωή μας, ἀλλά ἔχει καί τίς εὐχάριστες στιγμές καί διαστάσεις της. Συνεπῶς ὁ π. Ἐφραίμ μέ τά λόγια του παρηγορεῖ τόν παραλήπτη τῆς ἐπιστολῆς του καί μέ αὐτόν τόν τρόπο: «κοίτα», εἶναι σά νά τοῦ λέει, «κρίση εἶναι καί θά περάσει. Προσανατολίσου λοιπόν στήν ὑπέρβαση καί στή λύση τοῦ προβλήματος». Κι αὐτό εἶναι κάτι πού ὄντως μᾶς ὑπενθυμίζει συχνά ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί τονίζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας: ἡ ζωή μας μοιάζει μέ τόν καιρό, πού ἄλλοτε ἔχει συννεφιά κι ἄλλοτε ἔχει λιακάδα.  Ἔρχεται ἡ θλίψη καί ἡ δοκιμασία; Πρόκειται γιά τή συννεφιά. Ἔρχεται ἡ λύση καί ἡ χαρά; Πρόκειται γιά τή λιακάδα. Γι’ αὐτό καί μᾶς κατευθύνουν καί μᾶς λένε: «Μή χαίρεσαι ὑπερβολικά στίς χαρές σου· θά ἔλθει καί πάλι ἡ θλίψη. Μή λυπᾶσαι ὑπερβολικά στίς θλίψεις σου· θά ἔλθει καί πάλι ἡ χαρά».  

2. Πορεία κατά τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Μπροστά σ’ αὐτήν τήν τρεπτότητα καί στήν ἐναλλαγή τί προτείνει ὁ ὅσιος Γέροντας; Μά τίποτε ἄλλο πέραν αὐτοῦ πού συνιστᾶ τόν βράχο τῆς ζωῆς μας (βλ. Ματθ. 7, 24-27): τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, διατυπωμένο κυρίως μέσα στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. «Τό Εὐαγγέλιον κάθε ἡμέρα τό διαβάζουμε, καί αὐτό μᾶς κανονίζει τήν πορεία αὐτοῦ μας τοῦ βίου, εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις». Τό κανονιστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας βρίσκεται στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖες ὅμως δέν κατανοοῦνται κατά ἕναν ἠθικό καί εὐσεβίστικο τρόπο, ὡς κανόνες δηλαδή πού ἀπαιτοῦν τήν ἐφαρμογή τους γιατί ἐπικρέμαται ἡ τιμωρία, ἀλλά ὡς ἀνταπόκριση ἀγάπης στήν ἔναντι ἡμῶν ἀγάπη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μας. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε», εἶπε ὁ Κύριος. «Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τόν λόγον μου τηρήσει». Λοιπόν, σέ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς μας ἐκεῖνο τό φῶς πού φωτίζει τήν πορεία μας καί μᾶς κάνει νά ζοῦμε τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας, εἶναι τό θέλημα τοῦ Κυρίου (βλ. Ἰωάν. 8,12). Εἴτε στίς εὐχάριστες στιγμές εἴτε στίς δυσάρεστες καί τίς ὅποιες δοκιμασίες, τό ζητούμενο εἶναι νά μπορῶ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά λέω «γενηθήτω τό θέλημά Σου». Ἡ ἑτοιμότητα ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, καί μάλιστα στίς δύσκολες καταστάσεις, ἀποκαλύπτει καί τήν ποιότητα τῆς πίστεώς μας σέ Αὐτόν. Ἄν ὄντως πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκτείνεται σέ ὅλη τή δημιουργία, κατεξοχήν δέ στόν ἄνθρωπο ἀκόμη καί στίς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς του, («ὑμῶν δέ καί αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠρίθμηνται»), τότε αὐτό πού μοῦ συμβαίνει ἀποτελεῖ μέρος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μου, λοιπόν τό θέλημά Του γιά ἐμένα θά πρέπει νά τό δεχτῶ καί νά τό ἀγαπήσω.
Ἔτσι κατά τόν ἅγιο Γέροντα ἡ ματιά τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς, σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, χρωματίζεται ἀπό τήν πίστη: ὁ χριστιανός βλέπει τά πράγματα ὅπως ὁ Θεός τοῦ τά ἀποκαλύπτει καί ὄχι ὅπως τά πάθη του ἤ ὁ Πονηρός τοῦ τά «σερβίρουν»· καί βεβαίως γιά νά συμβαίνει αὐτό ἀπαιτεῖται ἡ καθημερινή ἐπαφή τοῦ πιστοῦ μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τό Εὐαγγέλιο. Μ’ ἕναν ἁπλούστατο τρόπο, ὡς τό κατεξοχήν δεδομένο, ὁ Γέροντας Ἐφραίμ τό ἐπισημαίνει: «τό Εὐαγγέλιο κάθε ἡμέρα τό διαβάζουμε»! Γιά τόν π. Ἐφραίμ ἡ καθημερινή ἀνάγνωση καί μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου δέν συζητεῖται. Θέλεις νά δεῖς τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή σου; Ἐφάρμοσε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται ὅμως στό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅπως ἀσφαλῶς καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἐκδοχές του, τά Πατερικά κείμενα, τά ἐκκλησιαστικά βιβλία, τούς βίους τῶν ἁγίων. Αὐτονόητο πράγμα γιά τόν Γέροντα, πού δυστυχῶς ἀποτελεῖ διαρκῶς ζητούμενο γιά ἐμᾶς τούς «λειψούς» χριστιανούς.

3. Χρειάζεται ὑπομονή καί προσευχή.

Γίνεται ἀκόμη σαφέστερος ὁ π. Ἐφραίμ στίς λιτές ἐπισημάνσεις του. Βεβαίως ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο πού μᾶς δείχνει τόν δρόμο στίς κακοτοπιές τῆς ζωῆς, τότε πού θολώνει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, κι αὐτός ὁ δρόμος πέρα ἀπό τήν ἐνεργοποίηση τῶν δικῶν μας δυνάμεων περνάει ἀπό τήν ἀναφορά μας στόν Θεό. «Δέν εἶσαι μόνος», σάν νά λέει ὁ Γέροντας στόν ἱερέα, «εἶναι ὁ Κύριος ἕτοιμος νά σέ βοηθήσει, ἀρκεῖ νά Τοῦ τό ζητήσεις. Εἶναι κι ὁ φύλακας άγγελός σου. Κάνε προσευχή καί ὁπλίσου μέ τήν ἁγία ὑπομονή, τήν ὁποία καί αὐτήν θά σοῦ δώσει Ἐκεῖνος». Ὁ ὅσιος Γέροντας τονίζει ὅ,τι τονίζουν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες: σέ κάθε δοκιμασία τά ὅπλα μας, ὅπλα πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίνει ὁ Θεός, εἶναι ἀκριβῶς ἡ προσευχή μας, ἀλλά καί ἡ ὑπομονή μας. Κάνω προσευχή καί ζητῶ ἀπό τόν Θεό δηλαδή, δέν σημαίνει ὅτι αὐτομάτως αἴρονται τά προβλήματα. Τά προβλήματα θά ὑφίστανται, ὁ Σταυρός πάντοτε θά ἀποτελεῖ κλῆρο τῆς ζωῆς, ἀλλά θά βλέπω ὅτι θά μοῦ δίνει ὁ Θεός ἐκεῖνα τά στηρίγματα καί τίς δυνάμεις, ὥστε νά μπορῶ νά τά ὑφίσταμαι ἐν πίστει, ἀκόμη καί μέ χαρά. «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ».
Ὁ Γέροντας ἐν προκειμένῳ δέν ὑπενθυμίζει στόν ἀδελφό αὐτό πού σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί σημειώνουν καί πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: ὅτι μέσα στό πλαίσιο τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, καί μάλιστα τόν πιστό ἄνθρωπο, οἱ δοκιμασίες πού πάντοτε θά ὑφίστανται ἀποτελοῦν ἐπακολούθημα τῆς χάριτος καί τῆς δύναμης πού ἔχει ἤδη προηγηθεῖ στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι ὅτι πρίν νά ἐπιτρέψει ὁ Θεός τήν ὅποια δοκιμασία καί τόν ὅποιο πειρασμό στή ζωή μας, πρῶτα δίνει τά στηρίγματα τῆς πίστεως, πρῶτα δίνει τή χάρη τῆς ἐνίσχυσης, ὥστε νά μπορεῖ νά ἀντέξει τόν πειρασμό ὁ ἄνθρωπος, καί ἔπειτα παραχωρεῖ τόν πειρασμό. Ἁπλῶς τήν ἐνισχυτική χάρη δέν τήν βλέπουμε, ἐνῶ τίς δοκιμασίες τίς ζοῦμε μέ ἔντονο τρόπο καί φαίνονται. Λοιπόν, πρέπει πάντοτε νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Κύριό μας, διότι «οὐκ ἐάσει ἡμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δυνάμεθα, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ἡμᾶς ὑπενεγκεῖν». Ὁ ἅγιος Γέροντας σαφῶς γνωρίζει τήν πραγματικότητα αὐτή, καί ἀπό τίς μελέτες του ἀλλά καί ἀπό τή μεγάλη πείρα του, ἀλλά στή συγκεκριμένη σύντομη ἐπιστολή δέν θεώρησε ἀναγκαία τήν ἀναφορά του αὐτήν.
Προσευχή καί ὑπομονή λοιπόν! Τά ὅπλα μέ τά ὁποῖα ἀντιμετωπίζονται ὅλοι οἱ πειρασμοί τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖοι ἔτσι τόν ἀνεβάζουν σέ ἀνώτερο πνευματικό ἐπίπεδο. Ὁ Θεός μας δίνει τή χάρη Του, ἀλλά ἡ παροχή χάρης τίς περισσότερες φορές ἔχει τό τίμημά της γιά νά ριζώσει στόν ἄνθρωπο!
 
4. «Μήν ἀποκάμεις πολεμώντας…».

Ὁ πολύπειρος μέγας Γέροντας εἶναι ἀπολύτως προσγειωμένος. Ναί μέν γνωρίζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει ἐκ καρδίας τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γνωρίζει ἀπό τήν ἄλλη καί τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου - ἐλεγχόμενες ἐννοεῖται κι αὐτές ἀπό τήν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου. Ὅ,τι σημειώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὅτι «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ», ὅ,τι ἀποκαλύπτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Πονηρός «μετασχηματίζεται καί εἰς ἄγγελον φωτός» προκειμένου νά πλανήσει τόν ἄνθρωπο, τά ἔχει ὑπόψη του, καί μάλιστα ἔχει ὑπόψη του τό κατεξοχήν ὅπλο πονηρίας πού διαθέτει αὐτός, τήν ἀπογοήτευση, τήν ἀπόγνωση, τήν ἀπελπισία. Τά λόγια του «μή ρίχνεις κάτω τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ μας… μή χάνεις τό θάρρος σου… Πρόσεξε ὅμως καί τοῦτο· μήπως ἀπογοητευθεῖς, μήπως ἀποκάμεις πολεμώντας…», αὐτό ἀκριβῶς ἀποκαλύπτει. Κινεῖται ὁ π. Ἐφραίμ πάνω στή γραμμή ὅλων τῶν ἁγίων πού μᾶς λένε ὅτι δέν ἔχει τόση σημασία ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς νά ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, ὅση νά ἀπογοητευθεῖ, νά ἀπελπιστεῖ, νά ρίξει κάτω τά ὅπλα. Γιατί στήν ἁμαρτία ὑπάρχει τό φάρμακο: ἡ μετάνοια· στήν ἀπελπισία ὅμως καί στήν ἀποθάρρυνση τίποτε δέν ὑπάρχει, παρά μόνον ἡ σκοτεινή παρουσία τοῦ Πονηροῦ. Γι’ αὐτό καί στήν κατάσταση αὐτήν τρομάζουν οἱ ἅγιοι. Γιατί τή βλέπουν καί τήν ταυτίζουν μέ τή μόνη ἁμαρτία πού δέν συγχωρεῖται εἰς τούς αἰῶνες, τή βλασφημία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κι αὐτό γιατί συνιστᾶ τήν ἴδια τήν ἀπιστία, τήν ἀμετανοησία, τήν πεποίθηση ὅτι δέν ὑφίσταται γιά τόν ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ!
Πρόκειται γιά ἔκπτωση τοῦ ἀνθρώπου στόν πειρασμό τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος μολονότι μετανόησε δέν σώθηκε. Γιατί σώζεται κανείς ὅταν ὄχι μόνο ἀναγνωρίσει τήν ἁμαρτία καί τήν ἀδυναμία του, ἀλλά τήν ρίξει ταυτόχρονα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Στήν κατάσταση λοιπόν τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογοήτευσης ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὅμως δέν βρίσκει χῶρο νά ἐνεργήσει μέσα στή σκοτεινιασμένη καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀφεθεῖ στήν παγίδα τοῦ Πονηροῦ. Σάν τόν στρατιώτη, ὁ ὁποῖος φοβισμένος καί πανικόβλητος πάει μόνος του καί παραδίδεται στόν ἐχθρό! Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἅγιος Γέροντας ἐπανειλημμένως σέ ἄλλες ἐπιστολές του καί σέ λόγους του τόνιζε πάντοτε τό πόσο σημαντικό εἶναι γιά τόν χριστιανό ἡ τόλμη, ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα. «Γιά τόν λόγο πού ὁ Θεός γνωρίζει», σημειώνει κάπου ἀλλοῦ, «σέ δοκιμάζει. Μπορεῖς νά κρατήσεις αὐτή τή θλίψη; (λέγει ὁ Κύριος). Μπορῶ! Θά σοῦ δώσω Χάρη. Δέν μπορεῖς; Κι αὐτό πού σοῦ ἔδωσα, θά τό ἀφαιρέσω. Ἐγώ δέν θέλω δειλούς ἀνθρώπους».
Λοιπόν, καί στή μεγαλύτερη θλίψη καί στή μεγαλύτερη δοκιμασία καί στόν μεγαλύτερο πειρασμό, αὐτό πού ζητεῖται ἀπό τόν πιστό εἶναι νά μή γίνει ρίψασπις· νά μπορεῖ νά ἀνασηκώνει τό κεφάλι καί νά βλέπει τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου του. Γιατί εἶναι τό μόνο πρόσωπο πού πραγματικά τόν ἀγαπάει καί τόν φροντίζει, ὅπως καί τόν ἔχει διαρκῶς στήν ἀγκαλιά Του! Τά λόγια τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου στό θέμα εἶναι συγκλονιστικά: «Ἐγὼ εἶμαι πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἔνδυμα, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιον, κάθε τι τὸ ὁποῖον θέλεις ἐγώ· νὰ μὴν ἔχεις ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ἐγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω, ὄχι νὰ ὑπηρετηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ φίλος, καὶ μέλος τοῦ σώματος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφός, καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα, ὅλα ἐγώ· ἀρκεῖ νὰ διάκεισαι φιλικὰ πρὸς ἐμέ… Ὅλα δι᾿ ἐμὲ εἶσαι σύ· καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερον θέλεις

 

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Ὁ ἄνθρωπος δέν εναι να ν τυχαα ριγμένο στόν κόσμο. Δέν εναι κόμη να πό τά πολλά ντα τοκόσμου. Μέ τήν πρόσληψή του πό τόν Θεό καί τή διαπαντός διακράτησή του πό Εκενον μέσα Του φανέρωσε τήν πειρη ξία πού χει καί ὁ ἴδιος. ᾽Αξία μως πού δέν ποκτᾶ ἀπό μόνος του, ἀλλά πό τή σύνδεση καί τή σχέση του μέ τό Δημιουργό Του.῾Ο Θεός εναι Εκενος πού δίνει ξία στόν νθρωπο καί χι κάτι πού κατέχει ατός. Εναι στήν πραγματικότητα τό κατεκόνα Θεο’ στόν νθρωπο, τό ποο καθάρισε Χριστός ρχόμενος στόν κόσμο καί τό φτασε στό πώγειό του ς καθ᾽ ὁμοίωσινμέ τήν νδοξη Ανάληψή Του. Διαφορετικά, ἀπό μόνοι μας, χωρίς τόν Θεό, εμαστε ὅ,τι πισημαίνουν λοι οἱ ἅγιοι λων τν ποχν: ῾γκαί σποδός᾽, ῾σκωλήκων βρμα καί δυσωδία᾽, κυριολεκτικά να τίποτα: ῾χωρίς μοοδύνασθε ποιεν οδέν᾽, πού επε καί Κύριος ( ᾽Ιωάν. 15,5). Κατά συνέπεια ἡ ἀξία πού δίνει Θεός στόν νθρωπο δηγεστήν καταδίκη κάθε ρατσιστικς ντίληψης καί στήν πέρβαση κάθε ριστοκρατικς θεώρησης μάδων νθρώπων. Κανείς δέν εναι νώτερος πό κάποιον λλον. Ετε λευκός ετε μαρος, ετε φτωχός ετε πλούσιος, ετε μορφωμένος ετε μόρφωτος, ετε νέος ετε γέρος, ὅλοι χουμε τήν δια ξία πού μς δίνει Θεός μας. ῾Οκ νι Ιουδαος οδέ Ελλην, οκ νι δολος οδέ λεύθερος, οκ νι ρσεν καί θλυ. Πάντες γάρ μες ες στε ν Χριστῷ᾽Ιησο᾽ (Γαλ. 3, 28). Ἡ ᾽Ανάληψη λοιπόν τοΚυρίου, πέρα πό τήν λοκλήρωση τοσχεδίου τοΘεογιά τή σωτηρία τοκόσμου, σημαίνει καί τή μεγάλη ξία τοῦ ἀνθρώπου.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης: «ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΣΑΝ ΕΝΑ… »


Ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος, σχετικά μέ τό παρακάτω κείμενο, τό ὁποῖο περιέχει ἀπόσπασμα ἀπό τόν ἅγιο Συμεών τόν νέο Θεολόγο (Βλ. Κεφάλαια Θεολογικά καί Πρακτικά, ρ΄, SC 51) καί λόγια δικά του, παρακάλεσε: «Νά τό γράψετε μέ ὡραῖα, εὐανάγνωστα γράμματα, νά τό βάλετε σέ κορνίζα καί νά τό κρεμάσετε στό κελλί μου. Νά βγάλετε πολλά φωτοαντίγραφα καί νά τό δίνετε στόν κόσμο ὅλο, πρός ὠφέλειαν». Πράγματι, γιά πολλά χρόνια τό συγκεκριμένο κείμενο κοσμοῦσε τό κελλί τοῦ Γέροντα, ἐνῶ πλῆθος χριστιανῶν ὠφελήθηκε ἀπό τή μελέτη του μετά τή διανομή τῆς φωτοτύπησής του. Εἴχαμε τήν εὐκαιρία μάλιστα ἐσχάτως νά ἐπιβεβαιώσουμε τά λόγια τοῦ ὁσίου γιά τό ἀπόσπασμα, καθώς ἀδελφή μοναχή πού μονάζει στήν Κρήτη καί δεκαετίες ἦταν κοντά στόν ὅσιο, μᾶς εἶπε μέ δισταγμό μετά ἀπό «πίεσή» μας: «Σέ ἐμένα ἀπευθύνθηκε ὁ Γέροντας, γιατί ἤμουν καλλιγράφος, καί ἐγώ ἔγραψα τό ἀπόσπασμα αὐτό. Ὄντως τό τοποθετήσαμε στό κελλί του, ἐνῶ βγάζαμε διαρκῶς πολλά ἀντίγραφα προκειμένου νά τό μοιράζουμε σέ ὅλους τούς προσκυνητές».

«“Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλομε νά τούς βλέπομε σάν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχομε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσομε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἄν δεῖς ἕναν ἀδελφό νά ἐνοχλεῖται ἀπό πάθη, νά μήν τόν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν. Κι ἄν τόν δεῖς νά τυραννεῖται ἀπό ἐπιθυμίες καί συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μήν τυχόν δοκιμάσεις καί σύ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπό ὑλικό πού εὔκολα γυρίζει ἀπό τό καλό στό κακό”. Ἡ ἀγάπη  πρός τόν ἀδελφό  σέ προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις; “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;” (Α΄ Ἰωάν. 4,20)».

1. Γιατί ἡ ἐπιμονή τοῦ ὁσίου Πορφυρίου γιά τό συγκεκριμένο κείμενο;

Ὁ ὅσιος Γέροντας, μολονότι «ἀγράμματος», ἀφοῦ εἶχε πάει μέχρι τή Δευτέρα Δημοτικοῦ, εἶχε ἔλθει σέ ἐπαφή μέ πολλά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγιογραφικά, πατερικά καί λειτουργικά – δέν μιλᾶμε γιά ἄλλα, καί ἐπιστημονικά, πού διάβαζε γιά ποιμαντικούς σκοπούς. Καθημερινά μελετοῦσε ὁ ἴδιος ἀπό τή νεανική του ἡλικία πού πῆγε καλόγερος, ἐνῶ κυριολεκτικά γιά δεκαετίες ὁλόκληρες ἐμβαπτιζόταν ψυχῇ τε καί σώματι κυρίως στά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. Εἴτε προσωπικά ὁ ἴδιος εἴτε ὅταν ἔχασε τό φῶς του ἀκούγοντας πνευματικά του παιδιά νά τοῦ διαβάζουν ἐρχόταν σέ ἐπαφή μέ τήν Παρακλητική, τά Μηναῖα, τό Τριώδιο, τό Πεντηκοστάριο, ὅλα τά βιβλία πού ἀκούγονται στούς ἱερούς ναούς κατά τή διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν. Ἔλεγε μάλιστα σέ πιστό πού τοῦ εἶχε θέσει τόν προβληματισμό του γιά τίς θεολογικές σπουδές ὅτι ἐάν κανείς μελετᾶ μέ προσοχή ἰδίως τήν Παρακλητική τῆς Ἐκκλησίας, πολύ σύντομα θά ἀποκτήσει ἐκείνη τή θεολογική γνώση πού ἀπαιτεῖ σπουδή χρόνων στίς Θεολογικές Σχολές.
Ὁ ὅσιος Πορφύριος λοιπόν εἶχε τελικῶς μεγάλη γνώση τῶν θεολογικῶν κειμένων, ὅπως καί τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τήν προσωπική του σπουδή ἀλλά προπάντων μέ τόν φωτισμό πού δίνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός στόν σχολάζοντα στή θεωρία Αὐτοῦ. Ὅ,τι σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὅτι «δεῖ σχολάσαι καί γνῶναι Θεόν», αὐτό χαρακτήριζε καί τήν ἐμπειρία τοῦ μεγάλου συγχρόνου ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὅμως! Ἀπό ὅλα τά κείμενα καί τά βιβλία, τό παραπάνω ἀπόσπασμα ἐπέλεξε ὁ ὅσιος νά τό ἀφήσει ὡς παρακαταθήκη καί διαρκή προτροπή στούς χριστιανούς. Γιατί; Διότι, ὅπως ἀμέσως κατανοεῖ ὁ κάθε πιστός, τό κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεών, ἀλλά καί ἡ προσθήκη ἡ δική του, παραπέμπει σ’ ἐκεῖνα τά λόγια τοῦ Κυρίου, τά ὁποῖα συνιστοῦν τόν πυρήνα τοῦ ὅλου εὐαγγελικοῦ λόγου: «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Ἡ κεντρική αὐτή ἐντολή τοῦ Κυρίου δέν εἶναι ἐκείνη πού συμπυκνώνει κατά μοναδικό τρόπο ὅ,τι ὁ Θεός ἔδωσε ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὡς βασική κατεύθυνση ζωῆς στόν ἄνθρωπο προκειμένου αὐτός νά βρίσκεται σέ κοινωνία μαζί Του; «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». «Ἐν ταύταις ταῖς δυσίν ἐντολαῖς ὅλος ὁ Νόμος κρέμαται»! Κι ἀκόμη: τό ἀπόσπασμα αὐτό παραπέμπει καί στή διευκρίνιση τοῦ Κυρίου ὅτι ὁ ἄλλος, ὁ συνάνθρωπος πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι διευρύνει τοῦ ἀνθρώπου τήν ὕπαρξη, («ὡς σεαυτόν»), τόν φέρνει σέ ἐπαφή μέ ἕναν ἄλλον τρόπο τῆς δικῆς Του παρουσίας: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε». Ἡ ἀγάπη ἑπομένως ἀποτελεῖ τή σύνοψη ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνο πού χωρίς αὐτό δέν ὑφίσταται ἡ χριστιανική πίστη. «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ νεώτερος μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, στό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο κυρίως παραπέμπει, ἀκόμη δέ πιό συγκεκριμένα στά κεφάλαιά του  14, 15, 16 καί 17, ὡς τόν πυρήνα ὅλου τοῦ εὐαγγελίου. Ὁ ἅγιος Πορφύριος λοιπόν μέ ἐπίγνωση προσέφερε στούς πιστούς αὐτό ἀπό τό ὁποῖο «ἐξασφαλιζόταν» ἡ χριστιανικότητα κάποιου: ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο.

2. «Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλουμε νά τούς βλέπουμε σάν ἕνα…».

Ὁ πιστός λοιπόν κατά τήν ὅραση πού ἔχει δώσει ὁ Κύριος πρέπει νά βλέπει τούς ἄλλους πιστούς ὡς τόν ἴδιο τόν Κύριο, συνεπῶς ὅλους νά τούς βλέπει ὡς ἕνα. Δέν πρόκειται γιά διαστρέβλωση τῆς πραγματικότητας. Διότι ἡ πραγματικότητα εἶναι βεβαίως αὐτή πού ἐπισημαίνουν οἱ σωματικές μας αἰσθήσεις, ἀλλά εἶναι καί αὐτή πού ἐπισημαίνουν οἱ πνευματικές αἰσθήσεις. Ὁ ἄνθρωπος, ἀποκαλύπτει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔχει πέραν τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καί «τήν νοεράν αἴσθησιν», ἡ ὁποία ὅμως ἐξαρτᾶται πρός ἐνέργειά της ἀπό τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἄνθρωπος πού ἀγωνίζεται τόν ἀγώνα τῆς πίστεως ὄντως «βλέπει» φανερούμενη τήν αἴσθηση αὐτή, ἡ ὁποία τοῦ ἀνοίγει τά μάτια γιά νά ἔχει θέα τοῦ βάθους τῆς πραγματικότητας. Εἶναι, μέ ἄλλη διατύπωση, ἡ χάρη πού μεταγγίζει ὁ Κύριος στόν πιστό, (ἤ καί στόν ἁπλά καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μερικές φορές), ἡ ὁποία τοῦ μετασκευάζει τούς ὀφθαλμούς, ὥστε νά ἐπισημαίνει τίς πνευματικές πραγματικότητες πού ἀλλιῶς θά παρέμεναν ἐσαεί κλειστές καί ἀπρόσιτες. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται», λέει γιά παράδειγμα ὁ Κύριος. «Ἤκουσαν οἱ ποιμένες τῶν ἀγγέλων ὑμνούντων τήν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν», ὑμνολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας ἐκφράζοντας τό ἄκουσμα τῶν ἀγγέλων ἀπό τούς βοσκούς τῆς Βηθλεέμ κατά τή Γέννηση τοῦ Κυρίου. «Γεύσασθε καί ἴδετε, ὅτι Χριστός ὁ Κύριος», ἀποκαλύπτεται ἀλλοῦ. Ὅραση, ἄκουσμα, γεύση καί ὄσφρηση, πέραν τῶν γνωστῶν σωματικῶν αἰσθήσεων. Συνεπῶς ὁ πιστός βλέπει καί γενικά αἰσθάνεται «διπλά»: καί σωματικά καί πνευματικά.
«Διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ δι’ εἴδους», λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐνῶ εἶναι αὐτός πού ὁρίζει τήν πίστη ἀκριβῶς καί ὡς ὅραση «πραγμάτων οὐ βλεπομένων». «Πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος, (ὅραση δηλαδή), οὐ βλεπομένων». Ἀκόμη πιό ἔντονα ἐπισημαίνει ὅτι οἱ πιστοί «οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα. Τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια». Ὅ,τι λοιπόν ἐπισημαίνουν οἱ σωματικές μας αἰσθήσεις δέν εἶναι καί τό ἅπαν τῆς πραγματικότητας, ἐνῶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, καί μιλᾶμε γιά ἁγίους πιά, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον εἶχαν τήν ὅραση τῆς πίστεως μονίμως ἐνεργούσα στή ζωή τους, ἀλλά καί μ’ ἕναν τρόπο τόσο ξεκάθαρο πού ὑπερέβαινε θά λέγαμε τή θόλωση καί τήν αἰνιγματικότητα πού προκαλεῖ ἡ σαρκικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Νά ὑπενθυμίσουμε ἐν προκειμένῳ τόν ἅγιο τῆς ἐποχῆς μας, τόν Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Εὐβοίας, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλυψε κάποια στιγμή σέ πνευματικό του τέκνο, νῦν μητροπολίτη, ὅτι ὁ ἴδιος δέν πρόκειται νά λάβει τόν μισθό τῆς πίστεως, διότι ὁ Θεός τοῦ δίνει τή δυνατότητα νά βλέπει μέ μεγάλη ἐνάργεια τό τί συμβαίνει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, χωρίς νά χρειάζεται ἡ λειτουργία τῆς ἁπλῆς  ὅρασης τῆς πίστεως.
Λοιπόν, ἐπανερχόμαστε: ὁ πιστός βλέπει στό πρόσωπο τῶν συνανθρώπων του, καί ἰδίως τῶν πιστῶν, τόν ἴδιο τόν Χριστό, διότι Ἐκεῖνος φανέρωσε, ὅπως σημειώσαμε, ὅτι «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε». Ὁ ἄλλος, ὁ συνάνθρωπος, δέν εἶναι μόνον αὐτό πού φαίνεται, ἀλλά καί κάτι πολύ ἀνώτερο καί σπουδαιότερο, μία παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, τό μέλος Ἐκείνου, ἄν εἶναι βαπτισμένος, συνεπῶς μπροστά σ’ ἕναν τέτοιον  ἄνθρωπο «δι’ ὅν Χριστός ἀπέθανε» ὁ πιστός πού «βλέπει» στέκεται μέ δέος καί ἱερότητα, στέκεται προσευχητικά. Ἀκόμη καί στήν περίπτωση ἑνός μή χριστιανοῦ, ἀβαπτίστου ἤ καί ἀλλόθρησκου ἀνθρώπου, ὁ χριστιανός ἔχει τά «μάτια» προκειμένου νά βλέπει τήν ὑπάρχουσα χάρη: τό φῶς τοῦ ἴδιου τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «τό φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, διότι μέ τή θέληση Ἐκείνου ἔρχεται στόν κόσμο αὐτόν, ἁπλῶς δέν ἔχει ἐκεῖνο τό φῶς πού νά τοῦ δίνει τή δυνατότητα σωτηρίας ὡς ζωντανῆς σχέσεως μαζί Του. Αὐτό ἀποκτᾶται καί δωρίζεται ἄνωθεν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποδεχθεῖ ἐλεύθερα καί ἐν πίστει τόν Κύριο, ὁπότε παίρνει καί τήν ἐξουσία «γενέσθαι τέκνον Θεοῦ».
Δέν παραξενεύει λοιπόν ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Συμεών πού λέει ὅτι πρέπει καί τή ζωή του ὁ πιστός νά δώσει πρός χάρη τοῦ συνανθρώπου του. Πρόκειται γιά ἐπακριβή μεταφορά τῶν ἴδιων τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπιτάσσει νά ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας μέχρι βαθμοῦ θυσίας, δηλαδή ὅπως μᾶς ἀγάπησε Ἐκεῖνος. «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ». Ὁ χριστιανός: ἡ «παράδοξη» ὕπαρξη πού καθιστᾶ ἐνεργή καί παρούσα τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καλύτερα: διαιωνίζει «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» τόν ἴδιο τόν Χριστό.   

3. «Μήν τόν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν».

Τό ἐρώτημα βεβαίως πού τίθεται μέ τά παραπάνω εἶναι κλασικό καί χιλιοειπωμένο: πῶς μπορῶ νά ἀγαπῶ τόν ἄλλον, ἔστω καί τόν χριστιανό ἀδελφό, ὅταν βλέπω πάνω του νά παίζει ὁ διάβολος, ὅταν βλέπω τά ἐπαίσχυντα πάθη νά ἁλωνίζουν στήν ὕπαρξή του; Καί ἡ ἀπάντηση βεβαίως πού δίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἀναπαράγουν ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἐξίσου κλασική καί χιλιοειπωμένη, ἀλλά σπανίως ἐφαρμοζομένη: πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι τό νά ἐπισημαίνει κανείς τά πάθη στόν ἄλλον ἄνθρωπο σημαίνει ὅτι τά ἔχει καί ὁ ἴδιος – βλέπουμε στόν ἄλλον ὅ,τι ἐμεῖς ἔχουμε μέσα μας,  (τό ὑπονοεῖ καί ὁ ἅγιος Συμεών λέγοντας ὅτι εἴμαστε ὅλοι «τό ἴδιο ὑλικό») – καλούμαστε νά κάνουμε τή διάκριση μεταξύ τοῦ πάθους ἑνός ἀνθρώπου καί τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου στήν καλή καί φυσική του κατάσταση· μεταξύ τῆς κακίας του καί τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στή γυναίκα πού συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρω μοιχευομένη, ἀλλά τή γλίτωσε ἀπό τόν λιθοβολισμό τῶν συμπατριωτῶν της μέ τήν ὑπενθύμιση «ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος τόν λίθον βαλέτω», εἶπε ὅτι «οὐδέ ἐγώ σέ κατακρίνω, ἀλλ’ ὕπαγε καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Δέν τήν κατέκρινε ὡς ἄνθρωπο, ὡς πρόσωπο, ἀλλά κατεδίκασε τήν πράξη της λέγοντας ὅτι αὐτό πού κάνει εἶναι ἁμαρτία. Τό ἴδιο καλεῖται νά κάνει καί ὁ κάθε πιστός, ὅπως μᾶς τό λέει καί ὁ ἅγιος στό ὑπόψη κείμενο: «μή μισήσεις αὐτόν πού ἐνοχλεῖται ἀπό τά πάθη· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν»· ὅπως τό λέει παρομοίως καί γιά τόν αἱρετικό ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «μή μισήσεις τόν αἱρετικό, ἀλλά τήν αἵρεσή του».   

4. «Τό μυστικό τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό…».

Ὁ ὅσιος Πορφύριος συμπληρώνει αὐτό πού ἔχει τονίσει καί ἀλλοῦ βεβαίως ὁ ἅγιος Συμεών καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί πού τονίζει ἔντονα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ποιό; Δέν μπορεῖς νά λές ὅτι ἀγαπᾶς τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. «Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» Ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης δηλαδή πρός Ἐκεῖνον εἶναι ἡ ἀγάπη πρός αὐτόν πού εἶναι ἴδιος μ’ ἐσένα. Ἡ ἀγάπη ἔτσι εἶναι μία ἀλλά μέ διπλή ταυτόχρονη κατεύθυνση: πρός τόν Θεό καί τόν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἡ μία ἀπό τίς δύο ἄν δέν ὑφίσταται, δέν ὑφίσταται βεβαίως καί ἡ ἄλλη. Καί μάλιστα προτεραιότητα ἔχει ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο. Γιατί; Διότι τόν βλέπεις καί μέ τά σωματικά σου μάτια. Ἡ παρουσία του κοντά σου εἶναι πιό ἰσχυρή ἀπ’ ὅ,τι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Τόν ἕναν, τόν ἄνθρωπο, μπορεῖς νά τόν ψηλαφήσεις, νά τόν παρατηρήσεις, νά τόν δεῖς καί νά τόν ἀκούσεις· τόν ἄλλον, τόν ἴδιο τόν Θεό, ἐνῶ ὑφίσταται καί ἀποτελεῖ τήν ὑπόθεση τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐνῶ εἶναι ὁ Δημιουργός σου, ὁ Προνοητής σου καί ὁ Κυβερνήτης σου, ὁ ἴδιος ὁ Κριτής σου, δέν τόν βλέπεις παρά μόνο μέ τά μάτια τῆς πίστεως.  Ὁπότε μετρᾶμε τήν πρός τόν Θεό ἀγάπη μας ὄχι ἀπό τά λόγια πού λέμε γι’ Αὐτόν, ὄχι πιθανόν ἀπό τίς προσευχές πού Τοῦ ἀπευθύνουμε, ἀλλά ἀπό τό ποσόν καί τό ποιόν τῆς ἀγάπης μας πρός τόν συνάνθρωπό μας. Εἶναι ἡ ἀγάπη μας αὐτή, κατά τόν ὅσιο Γέροντα μάλιστα, «ἡ προετοιμασία μας γιά νά ἀγαπήσουμε περισσότερο τόν Θεό». Σάν τό ἐφαλτήριο πού πατάει κανείς γιά νά ἐκτοξευτεῖ ψηλά. Πατᾶς καί πετᾶς. Τό ἴδιο καί μέ τόν Θεό: ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπο, ὁδηγεῖσαι πρός τόν Θεό.
Ἀτόφιος ἁγιογραφικός λόγος χωρίς περιστροφές. Τό πεντόσταγμα πού λένε τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ ὅσιος Πορφύριος ζοῦσε τή διπλή ἀγάπη, ἀπ’ αὐτήν ἅγιασε, αὐτήν μᾶς ὑπενθυμίζει καί μᾶς προσφέρει.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ


 
Δεν είναι μόνο η χάρη του Θεού που ενισχύει έναν μάρτυρα, εν προκειμένω τον άγιο Ισίδωρο τον εν Χίω, για να παραμένει αυτός πάντοτε εν Θεώ, αλλά και η δική του κατάσταση της καρδιάς. Ο εκκλησιαστικός ποιητής γίνεται απολύτως σαφής: ο άγιος Ισίδωρος μπόρεσε και έμεινε μέχρι τέλους σταθερός στην ομολογία της πίστεώς του, γιατί είχε άφοβη την καρδιά του, με ορμή στραμμένη προς τον Χριστό. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει με έναν πρωταθλητή, που η καρδιά του έχει την ορμή της νίκης – ποτέ κανείς δεν κερδίζει σε αγώνες με ηττημένο φρόνημα – κατά τον ίδιο τρόπο και στα πνευματικά αγωνίσματα. Πρέπει κανείς να πιστέψει στη νίκη, πολλώ μάλλον όταν ξέρει ότι τον ενισχύει ο ίδιος ο παντοδύναμος Θεός, για να φτάσει στη νίκη. ῾Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ᾽ ημών;᾽ Αν ο Θεός είναι μαζί μας, ποιος μπορεί να είναι εναντίον μας; ῾Έχοντας άφοβη την ορμή της ψυχής σου, ένδοξε, κράτησες σταθερή την ομολογία της πίστεως, με κάθε ευσέβεια᾽(῾Έχων ακατάπληκτον την της ψυχής ορμήν, ένδοξε, πανευσεβώς, την ομολογίαν αρραγή διετήρησας᾽) (ωδή γ´).

 

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Στήν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὡς Σωτήρα τῆς ζωῆς μας δέν ὑπάρχει ἕνας δρόμος. Κι ἀπό τήν ἄλλη κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει τή συγκεκριμένη ἀπάντησή Του. ᾽Εμεῖς (πρέπει νά) Τόν ἀναζητοῦμε κι ᾽Εκεῖνος θά κρίνει τό ποῦ καί τό πῶς τῆς ἐμφάνισής Του. Αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι ὅτι ἡ ἐμφάνισή Του αὐτή ἔχει πάντα τό στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης:

῎Ερχεται ἐκεῖ πού δέν τό περιμένεις καί πού ῾φαίνεται᾽ ὅτι δέν συντρέχουν οἱ συνθῆκες τῆς παρουσίας Του.

῎Ερχεται ῾κεκλεισμένων τῶν θυρῶν᾽ ἤ ἐκεῖ πού παλεύεις μέ τά κύματα τῆς ζωῆς, ἕτοιμος νά καταποντιστεῖς – κι ᾽Εκεῖνος εἶναι πάνω στά κύματα δίπλα σου.

Πλησιάζεις κάποιον πού πιστεύεις ὅτι μπορεῖ νά σέ βοηθήσει γιά νά Τόν βρεῖς καί ἀκοῦς ᾽Εκεῖνον νά σέ προσφωνεῖ μέ τ᾽ ὄνομά σου.

Συνοδοιπορεῖς μέ ἄγνωστο καί σοῦ ῾βγαίνει᾽ ὁ ῎Ιδιος ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽.

῎Ερχεται κυρίως στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου᾽, στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί μόλις Τόν αἰσθανθεῖς καί πᾶς νά Τόν ῾πιάσεις᾽, ῾ἄφαντος γίνεται ἀπό Σοῦ᾽.

Μά ἐκεῖ πού μᾶς εἶπε ὅτι θά Τόν βρίσκουμε πάντα στήν ὅποια ἀναζήτησή μας εἶναι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽!

 

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΦΑΝΕΝΤΟΣ ΣΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, ΩΡΑ ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ, ΕΠΙ ΚΩΝΤΑΝΤΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ, ΥΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ


Αν η 14η Σεπτεμβρίου αποτελεί την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, εορτή κατά την οποία ανθρώπινα χέρια, Πατριαρχικά και Βασιλικά, ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό, προβάλλοντάς Τον ως το σύμβολο της χριστιανικής πίστης και το κλείθρον του Παραδείσου᾽, διότι αποτελεί το σημείο της αναφοράς μας σΕκείνον που έχυσε το πανάγιο αίμα Του επάνω Του, η 7η Μαΐου αποτελεί μία άλλη εορτή Υψώσεώς Του, όχι από ανθρώπινα χέρια αυτήν τη φορά, αλλά από τα χέριατου ίδιου του Θεού. Διότι Εκείνος θέλησε, όταν η χριστιανική πίστη είχε ήδη γίνει αποδεκτή και είχε επεκταθεί, να φανερώσει τον Σταυρό στον Ουρανό, σαν μία επέκταση, θα λέγαμε, της φανέρωσής Του επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου, με το γνωστό Εν τούτω νίκα᾽. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας προβάλλει το γεγονός και το διατρανώνει σε όλες τις παραμέτρους του: ῾Σήμερα χαίρεται το θεϊκό πλήθος των πιστών. Διότι φάνηκε ο Σταυρός στον Ουρανό σε μεγάλη έκταση. Λάμπει ο αέρας από φως άκτιστο. Φωτίζεται ο αέρας και γίνεται ωραίο το πρόσωπο της γης. Τραγουδά θεία άσματα η Εκκλησία του Χριστού. Δείχνει η Εκκλησία τον σεβασμό της, τιμώντας τον θείο και υπερθαύμαστο Σταυρό που την διαφυλάσσει από τον Ουρανό  (στιχηρό εσπερινού).